Τι συνέβη στην πρόοδο;

Κοντά στην δεκαετία του 60 προέκυψε στην Αμερική, που ήταν το πιο πλούσιο κράτος, μία πρωτοφανής κατάσταση. Ένας εργαζόμενος, με τον βασικό μισθό, μπορούσε να έχει ένα καλό σπίτι, ένα καλό αυτοκίνητο τα ρούχα του, τα παιδιά του και να πηγαίνει και μερικές φορές στο μπαρ και στις συναυλίες. Εκεί πολλοί αποφάσισαν ότι αφού τα ρούχα άντεχαν, τα αυτοκίνητα επίσης άντεχαν και φυσικά τα σπίτια, δεν υπήρχε λόγος να δουλεύει κανείς συνέχεια αφού κανόνιζε αυτά τα βασικά θέματα. Τι διάολο μία ζωή την έχουμε.

Όπως μάλιστα ένας βασικός μισθός είναι κάτι που μπορούσες τότε να βρεις παντού, αρκούσε να δουλέψει 2-3 μήνες σε μία οποιαδήποτε δουλειά και να κάτσει άλλους τόσους απολαμβάνοντας το ικανοποιητικό ταμείο ανεργίας ενός κράτους που πλέον είχε επάρκεια πόρων για να το παρέχει. Σίγουρος ότι ύστερα από αυτή τη περίοδο ανεργίας θα βρει πάλι εύκολα μία δουλειά με το βασικό. Ο οποίος θα αρκούσε για τα τρέχοντα και για την εξοικονόμηση άλλων 3 μηνών αργίας.

Έτσι γεννήθηκαν τα παιδιά των λουλουδιών. Οι νέοι του 60-70 ήταν η πρώτη γενιά μιας νέας εποχής. Προέκυψαν από τις ευνοϊκές τεχνολογικές συγκυρίες και τις συνυφασμένες επιδράσεις επαναστάσεων που είχαν προηγηθεί. Η βιομηχανική επανάσταση, η φεμινιστική, η επανάσταση της εργασίας και η σεξουαλική επανάσταση δημιούργησαν στην γενιά του 60 ένα συνολικό νέο μοντέλο κοινωνικής συμπεριφοράς. Λίγη δουλειά, λεφτά μόνο για τα απαραίτητα, στοιχειώδης ρουχισμός, άπειρος διαθέσιμος χρόνος, μουσική, χορός, ανεμελιά και απεριόριστο σεξ. Ήταν ένας διαφορετικός ορισμός της ευτυχίας από την υπερκατανάλωση που ήδη είχε αρχίσει να παίρνει έδαφος. Αν αυτή η γενιά μεγάλωνε παιδιά σήμερα, 50 χρόνια μετά, θα ζούσαμε εντελώς διαφορετικά.

Όμως η ζωή των νέων τότε δεν θα έκανε ποτέ κανέναν πλούσιο κι αυτό ο πολιτισμός δεν ήταν έτοιμος να το αντιμετωπίσει. Για να προκύψουν κέρδη ο μέσος καταναλωτής πρέπει να διακατέχεται από μία αβάσταχτη επιθυμία κτήσης διαφόρων πραγμάτων, αντί να χρειάζεται ολοένα και λιγότερα. Πρέπει στη ζωή του να αγοράσει τουλάχιστον πέντε αυτοκίνητα δεν μπορεί να κυκλοφορεί με το αυτοκίνητο το παππού του. Ο μέσος καταναλωτής πρέπει να είναι ανήσυχος για να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος προς εκμετάλλευση από το κάθε ρεύμα ή μόδα. Που θα του πουλήσει κάποια άχρηστη ανοησία η οποία όμως θα κάνει κάποιον πλούσιο.

Δεν μπορεί να ρεμβάζει και να μην τον νοιάζει τίποτα παρά μόνο πότε θα κάνει σεξ ο αγαπητός μέσος καταναλωτής. Πρέπει να αναγκάζεται να κάνει πάρα πολλά για να έχει πιθανότητες στο σεξ. Δεν μπορεί να ευτυχεί έτσι απλά, με το κορμί του ή το μυαλό του και μόνο. Γιατί αλλιώς πώς θα βγούνε χρήματα; Για τα κέρδη λοιπόν χάριν των οποίων σε πάμπολλες περιπτώσεις παρόμοιες με αυτές που αναφέρθηκαν αναχαιτίζεται η τεχνολογική πρόοδος, σε προσωπικό επίπεδο άρχισε να εμποδίζεται συστηματικά η ευτυχία.

Ένας εμπορικά ευτυχισμένος κόσμος διαφέρει πολύ από έναν πραγματικά ευτυχισμένο κόσμο. Ο κομουνισμός, η σεξουαλική επανάσταση, η φεμινιστική επανάσταση, η εργασιακή επανάσταση, και η επανάσταση της απλότητας στη γενιάς του 60 ήταν όλα συστήματα που αποσκοπούσαν στον ίδιο σκοπό. Περισσότερη ευτυχία πιο εύκολα.

Για τον κομουνισμό εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι θα προσέφερε ευτυχία. Αν κάθε τετραμελής οικογένεια είχε ένα μικρό αυτοκίνητο, ένα διαμέρισμα 120 τετραγωνικών, εξοπλισμένο με όλες τις ηλεκτρικές συσκευές και υπολογιστή, αν είχαν νερό, ηλεκτρικό και τηλεφωνικές μονάδες, το να παρέχουν οι εργαζόμενοι στο κράτος που τους τα παρείχε όλα αυτά, 4ωρη εργασία σε οποιαδήπότε θέση τους το ζητούσε, ίσως να μην ήταν τόσο φοβερό.

Σίγουρα όχι όσο το παρουσιάζει η αμερικάνικη προπαγάνδα μπροστά στο μύθο της ελεύθερης αγοράς όπου υποτίθεται είσαι ελεύθερος να κάνεις ότι δουλειά σου αρέσει. Κανεις δεν στο απαγορεύει όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σε πληρώσουν γι’ αυτήν. Μετά, στην ελεύθερη αγορά, δεν θα βρεθεί κανένα κράτος να σου προσφέρει τις βασικές παροχές όταν δεν θα μπορείς να ζήσεις μ’ αυτό που κάνεις όσο και αν το αγαπάς, ειναι ίσως πολυ δημιουργικό και σου αρέσει να το κάνεις. Πρέπει και καποιοι να το πληρώσουν για να συνεχίσεις να ο κάνεις.

Η σεξουαλική επανάσταση και η ισότητα των φύλων είναι επίσης κάποιες επαναστάσεις της σκέψης που δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι διαστρεβλωμένες κατάλληλα μπορούν να φέρουν χρήματα. Αυθεντικά όμως η ελεύθερη σεξουαλικότητα κάνει πολυ πιο εύκολα τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Η ευτυχία ειναι ενα πρόβλημα για το συστημα πλουτισμού. Η σεξουαλική επανάσταση υποστήριξε την πληθώρα συντρόφων, την ελευθερία έκφρασης και την προθυμία στο σεξ. Αντίθετα η επιφύλαξη, η αυστηρή κριτική πριν την επιλογή συντρόφου και τέλος τα διαφημιστικά μοντέλα ιδανικών σεξουαλικών συντρόφων δημιουργούν τεράστιες αγορές. Όσο και τεράστια δυστυχία.

Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι προδιαγραφές που μέσα από την διαφήμιση προβάλλονται σαν απαραίτητες ενός sexually correct ατόμου, ο ανυποψίαστος μέσος δυτικός πολίτης αναγκάζεται να αγοράσει πάρα πολλά είδη και αξεσουάρ. Επίσης φροντίζει να συμπεριφέρεται και με έναν ορισμένο τρόπο. Politically correct. Όλα αυτά τα τεχνικά εμπόδια που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του, πριν το σεξ και καταργώντας εντελώς την σεξουαλική επανάσταση, αποδίδουν χρήματα.

Η κραυγαλέα αντίθεση μεταξύ του τι θα έκανε ένας υγιής ψυχολογικά άνθρωπος και πως σκέφτεται και λειτουργει κάποιος στην σημερινή εποχή  σχετικά με το σεξ φαίνεται χαρακτηριστικά στο διήγημα «Έρωτας στα χρόνια του AIDS». Όπου ένας νέος και μία νέα μπαίνουν σε όλη αυτή τη διαδικασία της σκέψης προκειμένου να έρθουν σε σεξουαλική επαφή την οποία επιθυμούν και οι δύο πάρα πολύ. Παρουσιάζοντας πως κατι που ειναι τοσο απλό και φυσικό και μπορεί να προσφέρει τόση χαρά, υπο την κατάλληλη διαστρέβλωση γίνεται ενα εν δυνάμει τεράστιο πρόβλημα, αγωνία και δυστυχία. Που όμως αποδιδουν σε καποιους πολλά χρήματα.

Η φεμινιστική επανάσταση από πλευράς σκέψης, επίσης οδηγεί σε καθημερινή ευτυχία. Όσο και αν έχουν πληθύνει οι ομοφυλόφιλοι όσο και αν παντρεύονται στην Αμερική και κατακτούν ολοένα περισσότερα δικαιώματα, δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος να τεκνοποιούν. Οι οικογένειες αποτελούνται ακόμα από άτομα του αντίθετου φύλου. Είναι ευνόητο ότι όσο πιο ίση είναι η σχέση τους τόσο πιο φιλικό θα είναι το καθημερινό κλίμα μέσα στο οποίο ζουν. Το φιλικό περιβάλλον είναι πολύ σημαντικός παράγων στην ευτυχία.

Όμως η εργαζόμενη γυναίκα έβγαζε χρήματα και πολλοί ήθελαν να της τα πάρουν. Ο άντρας που θα έκανε κάποια πράγματα για να κατακτήσει μία γυναίκα τρόπαιο πριν την φεμινιστική επανάσταση, πρέπει να κοπιάσει δέ-κα φορές τώρα για να εντυπωσιάσει μία γυναίκα που ερ-γάζεται και βγάζει και η ίδια χρήματα. Αν καταργείτο η φεμινιστική επανάσταση έμμεσα, η γυναίκα θα ξαναγύριζε στη θέση τρόπαιου όμως με πολύ πιο ενδιαφέρουσες, εμπορικά, συνθήκες. Γιατί πέραν του ότι οι άντρες θα κατανάλωναν πολλαπλά προκειμένου να εντυπωσιάσουν, οι ίδιες οι γυναίκες τρόπαια, που εργάζονται, μπορούν να στήσουν με πολλά εντυπωσιακότερα στο-ιχεία τη βιτρίνα τους και έτσι να ανεβάσουν ακόμη τον πήχη της διαπραγμάτευσης. Υπερκαταναλώνοντας και οι ίδιες.
Μία ιδέα λοιπόν που αρχικά θα έφερνε φιλικό κλίμα, έφερε, κάτω από τον κατάλληλο διαφημιστικό χειρισμό, τον πόλεμο των φύλων. Ο οποίος εμπορικά είναι πολύ αποδοτικός.

Η διαφήμιση είναι μία ακόμη καταπληκτική επανάσταση που εξελίχτηκε σε επιστήμη τον προηγούμενο αιώνα. Όπως όλες οι άλλες ανακαλύψεις μας αρχικά ήταν ωφέλιμη. Μα και το χρήμα σαν επινόηση αρχικά ηταν απίστευτα ωφέλιμο, σκεφείτε μόνο να επρεπε να πληρώσετε μια Μερσεντές μετρώντρας φασόλια, κοτοπουλα ή μήλα. Η διαφήμιση λοιπόν μας ενημερώνει για χρήσιμα πράγματα που δεν γνωρίζουμε ότι μπορούν να μας εξυπηρετήσουν. Μας κάνει επίσης να αγοράζουμε πράγματα που κοστίζουν λίγο με την ιδέα ότι αγοράζουμε κάτι μεγαλειώδες. Χαρίζοντας μας χαρά εύκολα. Αν πραγματικά το πιστέψουμε με ένα παγωτό μπορεί να έχουμε ακόμα και οργασμό. Είτε είμαστε η κοπέλα που το τρώει στην διαφήμιση είτε αυτοί που της το δίνουν ή την παρακολουθούνε να το τρώει.

Το απόλυτο αυτό αποτέλεσμα δεν το έχει πετύχει μέχρι σήμερα κανένας διαφημιστής όμως πολλοί έχουν καταφέρει να πουλήσουν σαν απέραντα απολαυστικά παγωτά γεμάτα χημικά που δεν έχουν καμία σχέση με το παγωτό της γιαγιάς, και είναι συνήθως κατασκευασμένα από επιστροφές γάλακτος. Η διαφήμιση είναι η τέχνη να επηρεάζεις τη σκέψη ενός πλήθους. Αυτό μπορεί να αποδίδει ευτυχία όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και σε τέρας.

Η επικοινωνίες είναι μία ακόμη επανάσταση του 20 αιώνα. Θα μπορούσε, όπως όλες οι επαναστάσεις που προαναφέρθηκαν, τεχνολογικές και κοινωνικές, να συμβάλει σημαντικά στην ευτυχία της συντριπτικής πλειοψηφίας. Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τα έντυπα είναι μέσα προσιτά στον καθένα και προσφέρουν εύκολη καθημερινή διασκέδαση και ενημέρωση. Ο περισσότερος κόσμος μετά την εργασία του με κάποιο από αυτά τα μέσα περνάει την ώρα που του έχει απομείνει μέχρι να κοιμηθεί. Αν όσα βλέπει διαβάζει ή ακούει είναι διασκεδαστικά ή νοιώθει ότι τον ενημερώνουν σωστά αρκεί για να νοιώσει αρκετά ευτυχής.

Στην εμπορική τους εφαρμογή οι δύο αυτές τελευταίες επαναστάσεις διαφήμιση και επικοινωνίες είναι που αναιρούν όλες τις προηγούμενες. Το καταφέρνουν μέσα από την μαγεία της αναγκαστικής πώλησης, την πεμπτουσία όλων των μεθόδων βίας και αρπαγής. Αν αρπάξεις από κάποιον τα χρήματα του δεν χρειάζεται να του αρπάξεις τίποτε άλλο. Πόσο μάλλον αν τον πείσεις να στα δώσει τα χρήματα του από μόνος του. Γιατι έτσι νομίζει οτι ειναι το σωστό, το καλό, οτι πρέπει…

Η έκφραση «αναγκαστική πώληση» φαίνεται σαν αντίφαση μιας και σε μία πώληση ο καταναλωτής υποτίθεται πληρώνει οικειοθελώς, αφού αγοράζει. Όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Ο καταναλωτής αναγκάζεται να αγοράσει χωρίς απλά να το συνειδητοποιεί ότι αναγκάζεται. Δεν έρχεται η αστυνομία και τον απειλεί ότι αν δεν αγοράσει μία σειρά από προϊόντα θα τον συλλάβει ή θα τον εκτελέσει. Οι μέθοδοι έχουν προχωρήσει πολύ από την εποχή του Γκαίμπελς. Όμως έρχεται η διαφήμιση και του λέει, με τον τρόπο της, ότι αν δεν αγοράσει αυτή τη σειρά από προϊόντα ίσως να μην κάνει έρωτα ποτέ με καμία ομορφότερη ή σημαντικότερη θηλυκή ύπαρξη από μία κατσίκα. Και ίσως αυτή είναι η χειρότερη απειλή. Αφου διαφήμιση δεν είναι μόνο οι καθεαυτού διαφημίσεις. Κυρίως ειναι οι διαφημίσεις τρόπου ζωής. Αυτές μάλιστα σαν συνολικό αποτέλεσμα μπορεί να αποδίδουν και τα μεγαλύτερα εμπορικά οφέλη.

Στην δεκαετία του 60 η διασημότερη σειρά στην τηλεόραση ήταν «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι», το οποίο μάλιστα ήταν και αληθινή ιστορία. Αντίθετα στην δεκαετία του 80 η πιο προωθούμενη σειρά ήταν η «Δυναστεία» και ακολούθησαν το «Τόλμη και Γοητεία» και πολλές άλλες παρόμοιες σειρές.Στην πρώτη σειρά μία οικογένεια με τα απαραίτητα υπάρχοντα, κοντά στη φύση και με δυνατούς συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ του ήταν φυσικά ευτυχείς παρά τα καθημερινά μικροπροβλήματα. Αυτό ευχαριστούσε πολλούς γι’ αυτό και η σειρά είχε μεγάλη επιτυχία. Όμως σαν μοντέλο δεν συνέφερε. Αν όλοι ονειρεύονταν να ζήσουν έτσι κάποια στιγμή θα παρουσίαζαν ολοένα και μικρότερες καταναλωτικές ανάγκες και αρετές.

Αντίθετα στις μοντέρνες σειρές παρουσιάζονται ολοένα μοντέλα συμπεριφορών όπου οι πρωταγωνιστές είναι διαρκώς δυστυχείς συγχυσμένοι και ανήσυχοι για διάφορους λόγους παρά που έχουν τα πάντα και καταναλώνουν χίλιες φορές πιο πολύ. Διαρκώς έχουν διαφωνίες, πολεμάνε μεταξύ τους και κανείς δεν αγαπάει κανέναν αφού όλοι είναι εχθροί φίλοι ή εραστές με όλους, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ανάλογα με το επεισόδιο.
Αυτή η συλλογική σχιζοφρένεια κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον μιας και ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί στο επόμενο επεισόδιο, κι αυτό ίσως οδηγεί τις σειρές σε πωλήσεις. Είναι επίσης πάρα πολύ φτηνό. Δεν χρειάζεσαι ηθοποιούς που θα πάρουν Όσκαρ για να παίξουν μία βλακεία ούτε ιδιοφυΐες για να γράψουν το σενάριο.

«Κοστίζει λίγο αποδίδει πολύ», η χρυσή συνταγή. Παράλληλα όμως μια κλασσικη λαιφ σταιλ τηλεοπτικη σειρά παρουσιάζει με αστραφτερό τρόπο άτομα διαταραγμένα, προβληματικά που συμπεριφέρονται χωρίς καμία λογική συνοχή. Αυτό τελικά δημιουργεί κοινωνικές εντυπώσεις και επιπτώσεις μιας και το κοινό έχει την τάση, ότι  παρακολουθεί συχνά στα ΜΜΕ να το εκλαμβάνει σαν πραγματικότητα. Επειτα λοιπον ρέπει προς την ταύτιση με αυτά τα μοντέλα. Διοτι μονο διαρκώς διατασραγμένοι άνθρωποι σε μια μόνιμη ανταγαωνιστική κοντρα με ολους γινονται καλοι καταναλωτές.

Ολα αυτα για να εχουν στο τέλος καποιοι λιγα περισσότερα χρήματα. Για να αγοράζουν λιγα περισσοτερα πραγματα. Κι αν κάποτε,  ακόμη και με όλη τους την απληστία,  τα πραγματα που μπορούν να αγοράζουν καθημερινά κορεστούν απο τον πολυ τους πλούτο, τότε για λιγη περισσοτερ δυναμη. Μια ανάγκη που δεν τελειώνει ποτέ. Αφου και ο φόβος για την δύναμη των άλλων δεν τελειώνει ποτε. Ειδικά όταν αυτοι οι αλλοι ειναι απληστοι ασυνειδητοι διαταραγμένοι σαν κι εσένα που βλεπουν ολους τους άλλους σαν κατσαριδες.

Οταν ομως ολη μας η πρόοδο μας πάει χαμένη στην λάθος χρήση ίσως μια αλλη λαμπρή μας επιστήμη, μια ακόμη κατακτηση της προοδου μας να μπορούσε να μας βοηθήσει. Η ψυχολογία όμως αντί για την επιστήμη που θα μπορούσε να αναχαιτίσει την ασθένεια, έγινε ίσα ίσα ο καλύτερος σύμμαχός της.

Ακολουθώντας την γενική μόδα της «πιο έξυπνης» εφαρμογής των επαγγελμάτων. Οι ψυχολόγοι κατά κύριο λόγο έχουν πελάτες πλούσιους παράφρονες που κυρίως πάσχουν από ματαιοδοξία και τίποτε άλλο. Όλη τους η δυστυχία είναι που δεν αντέχουν το γεγονός ότι είναι θνητοί και αγωνίζονται με όλη την επίδειξη και τα χρήματα του κόσμου να το αντισταθμίσουν. Αν οι ψυχολόγοι τους πουν ότι ουσιαστικά δεν έχουν πρόβλημα, αφού όλοι θα πεθάνουν και δεν σημαίνει κάτι υποτιμητικό για τους ίδιους ούτε κάτι ιδιαίτερο ότι κι εκείνοι θα πεθάνουν, μπορεί να τους θεραπεύσουν. Αν αντί για συνεδρίες τους πούνε ότι το μόνο που χρειάζονται εί-ναι να πάνε διακοπές, να αλλάξουν δουλειά ή απόψεις, και να φιλοσοφήσουν την ζωή τους, θα χάσουν τον πελάτη ακόμη πιο σίγουρα. Γιατί θα είναι ευτυχής τότε, χωρίς την βοήθειά τους ή όλα τα χρήματα του κόσμου. Δηλαδή ψυχικά υγιής.

Έτσι ψυχολόγοι προσπαθούν με όλους τους τρόπους να τους κρατήσουν όρθιους. Στις δουλειές που κάνουν με τον τρόπο που τις κάνουν, για τους λόγους που τις κάνουν. Είναι ένα απίστευτο ιατρικό έγκλημα. Είναι οι φίλοι επί πληρωμή μίας ολόκληρης κοινότητας που είναι εύπορη, δεν θα έχει ποτέ φίλους, αφού έχει μόνο ανταγωνιστές, και ολοένα πληθαίνει.

Μία επιδημία πανούκλας θα την επεσήμαιναν οι γιατροί, μία επιδημία τρέλας αρμόδιοι να την επισημάνουν είναι οι ψυχολόγοι. Δεν μπορεί όμως να βγει η ψυχολογική επιστημονική κοινότητα και να παραδεχτεί ότι έχου-με επιδημία ματαιοδοξίας. Γιατί τότε θα πρέπει να κατο-νομάσει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό, ποιοι είναι οι πιο ε-πικίνδυνοι από τους πάσχοντες και τι πρέπει να γίνει ώστε να προστατευθεί ο υπόλοιπος πληθυσμός.

Όμως οι πάσχοντες είναι πελάτες που πληρώνουν αδρά και είναι μάλιστα μόνιμοι πελάτες. Είναι οι μόνοι που δεν θα θεραπευτούν ποτέ. Γιατί ή ματαιοδοξία είναι σαν το κάπνισμα. Σε κάνει να αισθάνεσαι σπουδαίος ενώ νοσείς και είναι μία συνήθεια που μπορείς να κόψεις μόνο μόνος σου. Κανείς ψυχολόγος δεν θα το πει αυτό στον πελάτη του γιατί τότε θα πάψει αυτόματα να του είναι απαραίτητος.

Προκειμένου του συμφέροντος λοιπόν σιωπούν. Άλλωστε ποιος θα τους κατηγορήσει; Ο ματαιόδοξος δεν δείχνει άρρωστος. Δεν έχει κάποια έλκη, υψηλό πυρετό, δεν αιμορραγεί ή έχει κάποια κραυγαλέα ξεσπάσματα τρέλας. Δεν σκοτώνει ανθρώπους με τσεκούρια ή με πριόνια, ούτε μασάει τις μπανάνες με τα φλούδια. Το μόνο που θέλει είναι να βγάζει διαρκώς περισσότερα χρήματα και να επιδεικνύεται ολοένα σαν ανώτερος κάτι που μπορεί να εμφανιστεί με λίγη προσπάθεια και σαν υπέρμετρος ζήλος η φιλοτιμία. Όμως βλάπτει μόνο τον εαυτό του ο δυστυχισμένος τρελός. Έτσι το παρουσιάζει η μοντέρνα ψυχολογία πλουτίζοντας στο μεταξύ από όλους αυτούς τους τρελούς που ολοένα πληθαίνουν. Με την απόλυτη πίστη ότι τίποτα καταστροφικό δεν έχει γίνει.

Αυτό είναι σχετικό. Η ματαιοδοξία είναι πιο μολυσματική και πιο επικίνδυνη από όλες τις επιδημίες που έχουν εμφανιστεί. Γιατί η ματαιοδοξία δεν σκοτώνει τον άρρωστο εκφυλίζει όλο το περιβάλλον γύρω του. Ο ματαιόδοξος δεν έχει την ικανότητα να διακρίνει το σωστό από το λάθος τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται ένας υγιής. Σωστό είναι ότι βγάζει κέρδος για τον ίδιο, λάθος ότι δεν βγάζει. Η κοινή γνώμη για τον ματαιόδοξο είναι απλά ένα εμπόδιο που κοστίζει καμπόσο για να εξουδετερωθεί. Επιστρατεύει τα ΜΜΕ τους διεφθαρμενους αστυνομικους, δικηγόρους, δικαστικους και πολιτικους, τα καλυπτει ολα με την καταλληλη διαφήμιση και το ρυθμίζει όπως θα επιστράτευε κάποιους μπράβους για να φιμώσουν να εξαγοράσουν ή να σκοτώσουν όσους αποκάλυπταν την κομπίνα του.

Απορούμε γιατί έπεσε ο κομουνισμός, που θεωρητικά ήταν μία πολύ αποδοτική κοινωνική οργάνωση, όταν η ματαιοδοξία των ηγετών του ήταν σε πάρα πολλά σημεία εμφανής. Ο Μπρέζνιεφ έκανε συλλογή από πανάκριβα αυτοκίνητα και προφανώς για να εξακολουθεί να θεωρείται σύντροφος παρ’ όλ’ αυτά αντάμειβε με τον ίδιο τρόπο πολλούς από την ηγεσία του κόμματος. Μεταδίδοντας τους την ματαιοδοξία του. Η μανιώδης ανωτερότητα πάνω στους άλλους, χαρακτηριστικό δείγμα της ματαιοδοξίας, περιγράφει τον Στάλιν πέρα ως πέρα.
Ο κομουνισμός λοιπόν δεν ίσχυε στην Σοβιετική Ένωση αφού η ηγεσία της ήταν ματαιόδοξη. Προκειμένου να έχουν κομουνιστικό καπιταλισμό, ήταν ευνόητο κάποια στιγμή το σύστημα τους να γυρίσει σε κανονικό καπιταλισμό. Αντίθετα η Κίνα που εφαρμόζει τον κομουνισμό πιο κοντά στην θεωρητική φιλοσοφική του βάση, καταφέρνει όχι μόνο να συντηρεί τέσσερις φορές τον πληθυσμό των ΗΠΑ εδώ και χρόνια, αλλά και να παράγει τα πιο φτηνά προϊόντα παγκοσμίως, απειλώντας όλες τις αγορές πλέον.

Απορούμε πώς ασπάστηκαν τον Ναζισμό τόσοι φυσιολογικοί προηγουμένως Γερμανοί, όταν η ματαιοδοξία είναι μία ασθένεια που μεταδίδεται με τη σκέψη. Προφανώς τα ανώτερα στελέχη του Ράιχ συμμετείχαν στο Ναζισμό για το πλιάτσικο. Στον μέσο Γερμανό που εκ των πραγμάτων δεν θα συμμετείχε στο πλιάτσικο μεταδόθηκε η ανωτερότητα. Την οποία υποτίθεται θα κατακτούσε κάνοντας τους κατώτερους σαπούνι. Ύστερα που τρελάθηκε δεν είναι τόσο μυστήριο όσα έκανε.
Απορούμε με τους αμερικανούς νέους που πήγαιναν για δέκα χρόνια στο Βιετνάμ, και σκοτώνονταν χωρίς καμία τύχη, όταν η ανωτερότητα του συστήματός τους, απέναντι στο κομουνιστικό σύστημα, και όλα τα συστήματα τις φυλές και τους άλλους ήταν πάντα ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής τους.

Οι αμερικανοί δεν αντέχουν στην ιδέα ότι το σύστημα τους δεν είναι τόσο ελεύθερο όσο θέλουν να νομίζουν ή διαφημίζουν. Ο μέσος αμερικανός εκπαιδεύεται στην ματαιοδοξία και την υπερκατανάλωση από μωρό. Προτιμά να τα βάλει με όλους και με όλα αντί να παραδεχτεί ότι είναι ένα θύμα και υποχείριο των ΜΜΕ και της διαφήμισης πολύ περισσότερο από όσο νομίζει ότι με αυτά τα μέσα, που κυρίως οι ΗΠΑ έχουν εξελίξει, εξουσιάζει τον πλανήτη.

Απορούμε με τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές που διαστρεβλώνουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ιστορία. Παρουσιάζοντας την έτσι ώστε να μοιάζουν οι αρχαίοι έλληνες με αμερικάνους που θα καυγάδιζαν στα μπαρ και θα μονομαχούσαν όλη την ώρα, όπως στο Φαρ Ουέστ. Ή όπως κάνουν οι αμερικανοί σήμερα. Και πάντα για το καλό και το δίκαιο. Η Ζήνα ας πούμε, η πολεμοχαρής σκοτεινή πριγκίπισσα που μισεί τους άντρες, όμως είναι ο κρυφός απόστολος του καλού. Η ο Ηρακλής που από ημίθεος απίστευτης δύναμης και ομορφιάς, έγινε ένα συνηθισμένο αμερικάνικο φωτομοντέλο που εν τούτοις δέρνει τους πάντες. Απορούμε πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι ο-ποιοσδήποτε τα πιστεύει όλα αυτά.

Ακόμη περισσότερο απορούμε όταν παρουσιάζουν, μέ-σα από την τεράστια ισχύ των ΜΜΕ και των διακρατικών εκβιασμών που ασκούν, σαν απελευθερωτικούς τους διά-φορους πολέμους τους. Απορούμε τέλος πώς είναι δυνατόν να βομβαρδίζεται επί μιάμιση ώρα το Μανχάταν και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ενώ έχει ενημερωθεί, να συνεχίζει ατάραχος την διαφημιστική του επίσκεψη διαβάζοντας παραμύθια σε ένα δημοτικό σχολείο χωρίς να κάνει τίποτε άλλο.

Αυτά όμως είναι περίπλοκες φιλοσοφικές ανησυχίες. Οι περισσότεροι δεν απορούν καν, απλά δεν τα σκέφτονται. Νοιώθουν ότι δεν τους αφορούν. Την ίδια στιγμή σε ένα μέσο επεισόδιο της σειράς «Sex and the City» ο θεατής θα δει τους πρωταγωνιστές να καταναλώνουν απίστευτες ποσότητες αλκοόλ. Όμως αυτό δεν είναι κουλτούρα που μεταδίδεται, δεν έχει επιπτώσεις ούτε είναι προπαγάνδα του αλκοόλ ή της ματαιότητας.

Προπαγάνδα έκανε μόνο ο κομουνισμός ή ο φασισμός. Ή μήπως είναι κι αυτή μία ακόμα διαφημιστική ατάκα που πέρασε στο κοινό ύστερα από ατέλειωτες επαναλήψεις; Ότι δηλαδή προπαγάνδα έκαναν μόνο οι άλλοι. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Σημασία έχει ότι η ελεύθερη αγορά δεν έχει ανάγκη καμία προπαγάνδα ποτέ. Επειδή ακριβώς υποτίθεται είναι ελεύθερη. Όμως στην πραγματικότητα μήπως έχει μόνο εύηχο και ωραίο τίτλο και κανείς δεν είναι ελεύθερος;

Ξεκινώντας από αυτό το δόγμα, της υποτιθέμενης ελεύθερης αγοράς, με την υποτιθέμενη ελεύθερη σκέψη, άποψη, κατανάλωση και συμμετοχή σε οτιδήποτε, φυσικό εί-ναι να έχουμε χίλιες απορίες. Για το τι συνέβη στην πρόοδο ή για το τι μας συμβαίνει καθημερινά εμάς. Να απορούμε έκπληκτοι πώς είναι δυνατόν να αποτυγχάνουμε σαν είδος, ολοένα, ενώ έχουμε επιτύχει τόσο σπουδαία πράγματα. Καταπληκτικές ανακαλύψεις, απίστευτη τεχνο-λογική πρόοδο, επαναστάσεις της σκέψης. Τι απέγιναν όλα αυτά;

Έγιναν όλα χρήμα. Μέσα από διαδικασίες ανάλογες αυτών που προαναφέρθηκαν. Στην κατοχή κάποιων που ούτε οι ίδιοι το απολαμβάνουν ιδιαίτερα, αφού δεν απολαμβάνουν τίποτα ιδιαίτερα. Γιατί είναι ματαιόδοξοι. Ό-πως και όλοι αυτοί που τους έκαναν πλούσιους με τις ε-ξυπηρετήσεις τους, εξαγοραζόμενοι αφ ενός και καταναλώνοντας αφ ετέρου πάρα πολλά πράγματα αναγκαστικά, κυνηγώντας απατηλά μοντέλα.

Στον ελεύθερο κόσμο, με την ελεύθερη αγορά που βομβαρδίζεται καθημερινά από χιλιάδες πωλήσεις, μπορεί να είναι πιο εύκολο τελικά, να μην χρειάζεσαι κάτι από το να το αποκτήσεις. Αν θέλεις να είσαι πραγματικά ελεύθερος. Γιατί αυτό που θα καταφέρεις να μην χρειάζεσαι, με τον ανάλογο τρόπο σκέψης, το πιθανότερο είναι ότι και στην πραγματικότητα δεν το χρειάζεσαι. Άρα ο τρόπος σκέψης είναι σημαντικός και από μόνος του ικανοποιεί το βασικό αξίωμα της προόδου, αφού το αποτέλεσμα είναι περισσότερη ευτυχία, ευκολότερα.

Δεν έχει λοιπόν σημασία πόση ενέργεια θα καταφέρουμε να παράγουμε χωρίς κόστος, ή πόσα αγαθά θα καταφέρουμε να προμηθευόμαστε καθημερινά, μέσα από οποιοδήποτε σύστημα. Σημασία έχει πόσα χάνουμε για όσα σαν σύστημα μπορούμε να αποκτήσουμε. Το έχουμε συνειδητοποιήσει; Αν ας πούμε μας έλεγαν ότι αν όλοι στερούμασταν, λέω ένα παράδειγμα, την τηλεόραση πλάσματος, αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να δουλεύουμε 1 ώρα ημερησίως λιγότερο ποια θα ήταν η επιλογή;
Το βιβλίο που κρατάτε μπορεί να φαίνεται φιλοσοφικό όμως στην ουσία δείχνει απλές συσχετίσεις ανάμεσα σε φαινομενικά παράταιρες συνήθειες και αποτελέσματα. Ώστε να καταστήσει την επιλογή εφικτή. Αν έχεις μία τηλεόραση και θέλεις οπωσδήποτε μία πλάσματος, τότε, αν δεν έχεις τα χρήματα, θα κάνεις οτιδήπότε για να τα βρεις. Το οτιδήπότε θα εξαρτηθεί από το πόσο άγρια θέλεις την τηλεόραση πλάσματος.

Αν επαναλάβεις την διαδικασία αυτή, σε χιλιάδες άτομα, που έχουν εκατοντάδες διαφορετικά επαγγέλματα, και το αναγάγεις σε δεκάδες τουλάχιστον αγαθά που κάποιος θα μπορούσε να θέλει πολύ, τότε έχεις ένα συνολικό σύστημα, τελικά, που λειτουργεί ασυντόνιστα, με μεγάλες φθορές, και χωρίς καθόλου απόδοση, στα επαγγέλματά του. Ένα γενικευμένο σύστημα εξαγοράς και ματαιότητας. Στο οποίο φυσικά και αναγκαστικά, ζεις κι εσύ, δουλεύοντας εν τέλει, παραπάνω.
Η σκέψη προηγείται οποιασδήποτε πράξης και η συνολική πορεία θα εξαρτηθεί προφανώς από τον συνολικό τρόπο σκέψης. Η μοντέρνα ψυχολογία όμως δεν ασχολείται καθόλου με την ματαιοδοξία. Όπως όλες οι άλλες επαναστατικές επιτεύξεις διαμορφώθηκε κι αυτή κατάλληλα ώστε να αφήνει περισσότερα λεφτά πιο εύκολα. Η επιστήμη που θα μπορούσε να υποδείξει το πρόβλημα και να βρει τη θεραπεία, έγινε αντίθετα η μοντέρνα Ιερά Εξέταση δια μέσου της οποίας διαχωρίζονται οι υγιείς από τους τρελούς αντί να συμβαίνει το αντίθετο. Έγινε εργολάβος ώστε οι τρελοί να κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Έχει ξανασυμβεί και στο μεσαίωνα μία τέτοια κατάσταση. Ήταν και τότε πολύ επικίνδυνη, σήμερα ίσως είναι λίγο περισσότερο επειδή οι συνθήκες είναι δυναμικά πιο επικίνδυνες. Όταν οι τρελοί έρχονται σε θέση να ορίζουν δημοσίως τι είναι έξυπνο και τι όχι, τα αποτελέσματα είναι ευνόητο να είναι χαώδη. Κι αν η μοντέρνα ψυχολογία ακολουθεί την μόδα εφαρμογής όλων των άλλων επαγγελμάτων, προκειμένου οι ψυχολόγοι να πλουτίσουν κι αυτοί πιο γρήγορα και πιο εύκολα, είναι απλά ένα ακόμη πρόβλημα, στα υπάρχοντα. Όχι άλυτο όμως. Το τι είναι τρελό και τι όχι δεν χρειάζονται απαραίτητα οι ψυχολόγοι για να το ορίσουν. Μπορεί να το διακρίνει ο καθένας εύκολα και μόνος του με λίγη καλή διάθεση και κοινή λογική. Τρέλα είναι αυτό που αν το έκαναν όλοι θα καταστρεφόμασταν όλοι.

Το νόημα είναι ότι δεν υπάρχει νόημα …

Υπάρχει μία ρήση των σνομπ που δείχνει πόσο δύσκολη ή μάταιη είναι υποτίθεται οποιαδήποτε εξέλιξη στην ανθρώπινη σκέψη. Λέει:

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Μερικοί καταλαβαίνουν κάποια πράγματα όμως δεν μπορούν να τα εκφράσουν διά λόγου. Τέλος υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι που καταλαβαίνουν πολλά, μπορούν να τα διατυπώσουν με λόγο, όμως δεν τους καταλαβαίνουν οι άλλοι πλέον, γιατί ανήκουν στην πρώτη κατηγορία.

Από μικρός παρατήρησα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σκέπτονταν και καταλάβαιναν πολλά πράγματα όμως δεν μπορούσαν να καθορίσουν τις εξελίξεις. Τους έλειπε η κατάλληλη πληροφόρηση -αν δεν ήταν θύματα παραπληροφόρησης- όπως επίσης και το χρήμα ή τα όπλα για να επιβάλουν την άποψή τους. Σ’ ένα κόσμο όπου η άποψη δεν επιβάλλεται με την χρησιμότητά της αυτό οδηγούσε την δική τους άποψή στην ανυπαρξία.

Γι’ αυτό σιωπούσαν. Την ίδια στιγμή, λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν φιλοσοφούσαν τη ζωή ώστε να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν αναπτύσσοντας έτσι αξιόλογες ικανότητες αντίληψης και σκέψης. Όσο ανέβαινε η κοινωνική στάθμη, παρατήρησα πως αυτοί που αναμειγνύονταν στις εξελίξεις ήταν ολοένα περισσότερο άνθρωποι που τα προβλήματά τους, σε οποιαδήποτε ηλικία και οποιασδήποτε φύσης τους τα έλυναν κάποιοι άλλοι. Αυτοί της προηγούμενης κατηγορίας. Τέλος αυτοί που πραγματικά καθόριζαν τις εξελίξεις, βασιλείς, πρωθυπουργοί και μεγιστάνες του πλούτου, δεν καταλάβαιναν τίποτα απολύτως σχετικά με τον κόσμο που όριζαν μιας και ποτέ δεν είχαν την παραμικρή επαφή μαζί του.

Αυτό διαμόρφωνε έναν κόσμο κοντά στη θεωρία των σνομπ, με άλλες κοινωνικές κατηγορίες όμως να αντιπροσωπεύουν τα ποσοστά από αυτές που θα περίμενε κάποιος από μία τέτοια θεωρία. Η μάζα δηλαδή, αυτή η, κατά την εξουσία, αγέλη ζώων, που μόνο με την βία και την ισχύ του χρήματος μπορούσε να αποδώσει κάποιο έργο, έδειχνε η πιο φιλοσοφημένη και πειθαρχημένη ομάδα και μόνο εξ αιτίας της υφίστατο ο πολιτισμός. Αν στην πλειοψηφία της η μάζα δεν πίστευε, υποστήριζε και εφάρμοζε κάθε μέρα πάρα πολλές αξίες, ο κόσμος θα ήταν ένα χά-ος. Αντίθετα όσο πιο πλούσιοι και άρχοντες ήταν κάποιοι τόσο πιο άναρχα συμπεριφέρονταν. Αποφάσιζαν και εκτελούσαν τα έργα τους με απίστευτη απερισκεψία επιπολαιότητα και αδιαφορία απέναντι στον πολιτισμό την ιστορία και την εξέλιξη που διατηρούσαν όλοι οι υπόλοιποι.

Ήταν μία καταπληκτική θεωρία τόσο πολύ που θα ένοιωθα ίσως τρελός μόνο που την σκέφτηκα αν δεν έβλεπα αμέσως ότι επαληθευόταν παντού. Υπό το πρίσμα αυτής της θεωρίας, δεν φαινόταν πλέον ανεξήγητο ότι διαθέτουμε την τεχνολογική, επιστημονική και ενεργειακή υποδομή για να είμαστε το πιο ευτυχισμένο ζωικό είδος του πλανήτη, όμως αντί γι’ αυτό είμαστε το πιο απειλούμενο. από πολέμους ή ολοκληρωτική παρακμή του πολιτισμού μας που θα προκαλέσουν, ή προκαλούν ήδη, αυτοί που μας διοικούν. Ήταν φυσικό αφού διοικούμαστε από εγκεφάλους που έχουν να δουλέψουν χρόνια.

Συλλογιζόμενος την κατάσταση έκανα μία ακόμη σημαντική ανακάλυψη. Ότι η απληστία δεν είναι από μόνη της βλαβερό συστατικό της προσωπικότητας. Μόνο η απληστία για χρήμα ήταν. Ούτε το να επιζητεί κανείς το προσωπικό κέρδος δημιουργούσε πρόβλημα. Γιατί υπάρχουν πολλά επίπεδα στα οποία μπορεί να επιζητήσει κανείς προσωπικό κέρδος.Μπορεί να είναι κανείς άπληστος για ευδαιμονία, για τεμπελιά, άπληστος για σεξ, για ευτυχία, για συντροφικότητα, για συζητήσεις, για αγάπη, για εξερευνήσεις. Άπληστος για υγεία, σωματική και ψυχική.

Αν μας έφταναν όσα είχαμε, θα ζούσαμε ακόμη στις σπηλιές. Ανακαλύψαμε τον ηλεκτρισμό από απληστία για τεμπελιά. Ίσως ακούγεται περίεργο να διατυπώνεται έτσι το κίνητρο για μια τόσο σημαντική ανακάλυψη, μιας και η τεμπελιά θεωρείται αρνητικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Αυτό δεν αλλάζει ότι ο ηλεκτρισμός είναι ενέργεια με λιγότερο κόπο. Αν δεν είχαμε το συγκεκριμένο κίνητρο, να δουλεύουμε δηλαδή ολοένα και λιγότερο, θα κόβαμε ακόμη όλοι μαζί ξύλα για τις φωτιές μας.

Όμως αυτοί που τα φτιάχνουν και είναι άπληστοι για ενέργεια, ευδαιμονία ή τεμπελιά είναι άλλοι από αυτούς που τα ελέγχουν οι οποίοι είναι άπληστοι για χρήμα. Έτσι ο ηλεκτρισμός τελικά χρησιμεύει για να φτιάξουμε εργοστάσια, τα οποία θα φτιάχνουν αυτοκίνητα, τα οποία θα πουλάνε σε όλο τον κόσμο, και τελικά ο κύριος τάδε, που έχει την αυτοκινητοβιομηχανία, και είναι άπληστος για χρήμα, να προσθέσει μερικά μηδενικά στον τραπεζικό του λογαριασμό.

Οι 358 πιο πλούσιοι άνθρωποι στη γη, βγάζουν, κάθε χρόνο, όσα βγάζει ο μισός πληθυσμός της γης. Πέθανε, διάβαζες σε κάποια άλλη, είδηση και άφησε τόσα δις περιουσία πίσω του. Για να τα αφήσει συνεπώς δεν τα έφαγε, ούτε καν τα πήρε μαζί του. Τα έκανε μηδενικά σε ένα λογαριασμό τραπέζης. Όμως η γενικευμένη εφαρμογή του δόγματος όπου μόνο το χρήμα γίνεται σεβαστό, απαιτεί την συσσώρευση μηδενικών. Αυτός που έχει τα περισσότερα μηδενικά εξουσιάζει τους άλλους με τα λιγότερα. Ο πολλά μηδενικά είναι ο πιο έξυπνος και μπορεί να μιλάει, και οι άλλοι που είναι λιγότερο έξυπνοι πρέπει να τον ακούν.

Η πραγματικότητα βέβαια απέχει πολύ από αυτό το λαιφ σταιλ εξιδανικευμένο πλασάρισμα. Ότι ο πολλά μηδενικά δηλαδή είναι η διάνοια και η σοφία προσωποποιημένα. Γιατί ο πλούσιος στις περισσότερες περιπτώσεις έχει παραλάβει σε χρήματα αρκετά μηδενικά, όπως επίσης γνωριμίες, κοινωνικό κύκλο και επιχειρηματική βάση, τα οποία παράγουν χρήμα εκ νέου από μόνα τους. Ακόμα και οι ιδέες τις περισσότερες φορές, πάνω στις οποίες όλα αυτά λειτουργούν, δεν ανήκουν σ’ εκείνον. Ανήκουν σε άτομα της πρώτης κατηγορίας, που τα διευθύνουν άτομα της δεύτερης μέσα στις επιχειρήσεις του.

Έτσι σε επίπεδο προσωπικότητας το χρήμα πάρα πολλές φορές υποδηλώνει τα πολλά μηδενικά πράγματι, χωρίς όμως το σημαντικό ψηφίο μπροστά. Δηλαδή ένα τεράστιο σκετο μηδέν. Η παραποίηση και η διαστρέβλωση όμως των εννοιών είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικό της εποχής μας. Μία διαστρέβλωση που δεν αφορά μόνο το χρήμα, που κάποτε ήταν μέσο μεταφοράς και προσφοράς ενέργειας αλλά και όλες τις σημαντικές έννοιες. Οι έννοιες σήμερα αξιολογούνται μόνο με βάση τον βαθμό αντίστασής τους σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι που τελευταία έχει γίνει μεγάλη μόδα: Το παιχνίδι της εξυπνάδας ή αλλιώς παιχνίδι ισχύος.

Το παιχνίδι δεν είναι ορισμένο, μιας και κανείς δεν παραδέχεται την ύπαρξή του, όμως σε γενικές γραμμές λειτουργεί κάπως έτσι. Απόψεις που κάποτε στήριζαν την κοινωνική δομή δεν είναι σήμερα παρά κουμπιά του παιχνιδιού. Κόλπα δηλαδή σαν τα επίπεδα που περνάει κανείς σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι στο PC που ολοένα γίνονται πιο δύσκολα. Το βασικό κόλπο είναι ποιος θα πιστέψει. Αυτός είναι ο βλάκας. Θα χάσει στο εν λόγω επίπεδο, και μάλλον δεν θα μπορέσει να περάσει στα επόμενα.

Στην πράξη τώρα, μεταξύ δύο εραστών, αυτός που θα αφεθεί στο σεξ θα είναι το θύμα αυτού που θα ξέρει καλά το παιχνίδι, ότι όλα δηλαδή είναι ψέματα. Αυτός δεν θα αφεθεί. Ο πρώτος θα απολαύσει το σεξ περισσότερο όσο αυτό συμβαίνει, όμως θα νοιώσει περισσότερο ταπεινωμένος και μειωμένος σε προσωπικό επίπεδο μετά από αυτό. Θα τον κάνει ο παίκτης να νοιώσει έτσι. Παίρνοντας του ενέργεια, όπως και μερικούς πόντους εξυπνάδας για το παιχνίδι.

Η αγάπη είναι ένα ακόμη επίπεδο του παιχνιδιού, πιο ψηλά από το σεξ. Εδώ όποιος πιστέψει τον παίκτη για τα ειλικρινή του αισθήματα, μπορεί να χάσει και τη ζωή του ακόμη, εκτός από την αυτοεκτίμησή του. Η αγάπη κάποτε απέδιδε ζευγάρια, οικογένειες και τη στοργή που τα διατηρούσε όλα αυτά. Στο παιχνίδι, όποιος τα πιστεύει, θα τα προσφέρει προφανώς στον παίκτη, ο οποίος με τη σειρά του θα τα υπόσχεται, και μόνο εικονικά θα παρέχει. Αυτό μπορεί να κρατήσει ακόμη και για ολόκληρη τη ζωή του θύματος.

Μετά τη δεκαετία του 60 το παιχνίδι άρχισε να γίνεται πολύ δημοφιλές. Ξαφνικά είχε βρεθεί μία μέθοδος να βγάλουν χρήμα άνθρωποι που αλλιώς δεν θα έβγαζαν ποτέ. Άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν ή που δεν ήθελαν γιατί ήταν ματαιόδοξοι. Όλο και περισσότεροί εγκατέλειπαν το καλό σεξ, τις σχέσεις ή τις φιλότιμες επι-διώξεις σε οποιονδήποτε τομέα, κυνηγώντας με έξαψη το επόμενο επίπεδο του παιχνιδιού. Και το χρήμα, που έτσι ερχόταν πιο εύκολα.

Τα τελευταία 15 χρόνια το παιχνίδι έχει γίνει τόσο δημοφιλές που το βλέπεις σχεδόν παντού. Η τηλεόραση είναι γεμάτη σήριαλ με άτομα που εξαπατούν συστηματικά ο ένας τον άλλον. Στις κινηματογραφικές ταινίες μεγάλο ποσοστό παρουσιάζει αυτόν που πιστεύει σε οτιδήποτε να πιάνεται διαρκώς θύμα κυρίως αυτών που εμπιστεύεται περισσότερο. Και να γλιτώνει μόνο χάρη σε έναν καταιγισμό βίας. από τον οποίο σχεδόν βοά ότι μόνο ο σκηνοθέτης έχει αποφασίσει να τον βγάλει όρθιο στο τέλος. Γιατί όλο το παιχνίδι στηρίζεται στο ότι ο ένας από τους δύο που συμμετέχουν στην εκάστοτε κατάσταση, αγνοεί ότι πρόκειται για παιχνίδι. Ότι όλα είναι μία ψευδαίσθηση. Πώς θαλλιώς θα συνέχιζαν να πιστεύουν κάποιοι σε κάτι αν παντού όπου κοίταζες όσοι πίστευαν σε οτιδήποτε φαίνονταν οι ηλίθιοι της ταινίας; Νικητές λοιπόν στις ταινίες, χαμένοι στη πραγματικότητα, όσοι πιστεύουν σε κάτι. Οι δημιουργικοί, οι οραματιστές, οι τίμιοι. Χωρίς μηδενικά στο λογαριασμό τους.

Όσο ανέβαιναν τα επίπεδα του παιχνιδιού οι παίκτες προκειμένου να έχουν ολοένα και περισσότερα θύματα, άρχισαν να συνεργάζονται. Έτσι στο επίπεδο ποιος πιστεύει στην ειρήνη, δύο παίκτες μπορούν να κάνουν πολύ χοντρό παιχνίδι συνεργαζόμενοι. Η ειρήνη, για τον καλό τον παίκτη, είναι μόνο διαστήματα μεταξύ των πολέμων που θα γίνουν οπωσδήποτε. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγωνιστεί κανείς γι’ αυτήν. Έτσι ένας παίκτης πείθει κάποιους που επιθυμούν την ειρήνη, να αγοράσουν όπλα για να την υπερασπιστούν. Στην συνέχεια αρκεί να βρει έναν άλλο παίκτη που πρεσβεύει τα ίδια περί ειρήνης, ο οποίος για τον ίδιο λόγο πάντα, την υπεράσπιση της ειρήνης, οπλίζει τους απέναντι. Όταν έρθει η ώρα οπλισμένοι σαν αστακοί πλέον οι δύο πιστοί της ειρήνης αρπάζονται μεταξύ τους, με λίγη βοήθεια βεβαίως από τους παίκτες. Καταναλώνοντας παρεμπιπτόντως και όλα τα όπλα που αγόρασαν. Το πιο διασκεδαστικό; Ευγνωμονώντας τους παίκτες που τους τα πούλησαν.

Αυτό αποφέρει φυσικά και στους δύο παίκτες πάρα πολύ μεγάλο κέρδος. Με αυτό το κέρδος, θα εξοπλιστούν και, σε πρώτη ευκαιρία, θα φάνε και τον άλλο παίκτη ώστε να ανέβουν το επίπεδο. Γιατί ο καλός ο παίκτης δεν πιστεύει ούτε στην φιλία φυσικά ούτε στην συνεργασία. Όποιος τα πιστεύει αυτά χάνει και μένει στο προηγούμενο επίπεδο.

Ακούγεται σαν ένα αρρωστημένο παιχνίδι και σίγουρα είναι. Όμως αν παρατηρήσει κανείς όλα αυτά οδηγούν σε διαδοχικές ληστείες ενέργειας, χρημάτων, αισθημάτων και πάσης φύσης ανθρώπινων ή άλλων πόρων, που, αντίθετα με τις άλλες ληστείες, τις γκανγκστερικές ας πούμε, τα θύματα παρέχουν όσα κατέχουν πρόθυμα! Για πρώτη φορά στην ιστορία μάλιστα για όλες αυτές τις ληστείες και την απάτη όχι μόνο υπάρχει, διαφημίζεται κιόλας, η απαραίτητη δικαιολογία για να τις κάνεις.

Για να είσαι πραγματικά έξυπνος. Δεν είναι ένα παιχνίδι που παίζεται από ανθρώπους του υποκόσμου. Αυτοί είναι κακοί, το δηλώνουν και το ξέρει όλος ο κόσμος. Ξέρεις που θα τους βρεις και τι θα κάνουν. Οι καλοί οι παίκτες ανήκουν στην πιο ελίτ κοινωνία. Είναι αυτοί που αντιπροσωπεύουν υποτίθεται κάθε υπαρκτή αξία. Όμως μόνο εικονικά. Γιατί όποιος δεν την αντιπροσωπεύει έτσι, είναι απλά κακός παίκτης και κάπου, σε κάποιο επίπεδο θα καεί, πολύ πριν ανέβει στο πάνθεον.

Οι καταπληκτικοί αυτοί παίκτες βέβαια μπορεί να αποτελούν την ελίτ του εν λόγω αρρωστημένου παιχνιδιού, όμως δεν έχουν καμία σχέση με εκείνο το μικρό ποσοστό της ανθρώπινης ελίτ που ανέφερε η ρήση των σνομπ. Των χαρισματικών δηλαδή που έχουν πάρα πολλά να προσφέρουν. Ίσα ίσα αυτό είναι το πιο τρομακτικό με το ιδιότυπο αυτό παιχνίδι. Τα μόνα συστατικά της προσωπικότητας που χρειάζεσαι για να γίνεις καλός παίκτης είναι να διαθέτεις όσο το δυνατόν λιγότερα χαρίσματα.

Όσο λιγότερο πιστεύεις ή είσαι οτιδήποτε τόσο περισσότερο αποτελεσματική θα είναι η παγίδα που θα στήσεις στους άλλους. Γιατί εσύ ξέρεις ποια διαδρομή θα ακολουθήσουν. Κάτι που δεν το ξέρει κανείς για σένα, ώστε να σε παγιδεύσει, αφού δεν το ξέρεις ούτε εσύ ο ίδιος. Τι είσαι και σε τι πιστεύεις. Εκτός από το παιχνίδι βέβαια.

Μόνο σ’ αυτό πιστεύει ο καλός ο παίκτης. Κάτι που φυσικά ποτέ δεν ομολογεί. Όσο περισσότερο είσαι ένα τίποτα λοιπόν, παραδόξως τόσο καλύτερος παίκτης γίνεσαι. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από αυτό που θα περίμενε κανείς για να α-ναρριχηθεί στην κοινωνική ελίτ. Δεν χρειάζεται να είσαι έξυπνος, δημιουργικός, αξιοπρεπής ή ταλαντούχος. Αρκεί να είναι τέτοια τα θύματά σου. Οι άλλοι θα είναι τα πάντα κι εσύ θα είσαι αυτός που τους κλέβει  τα πάντα. Και τα μεταφράζει σε μηδενικά.

Βέβαια επειδή όλο το παιχνίδι έγκειται ακριβώς σ’ αυτό, ότι όποιος πιστεύει σε κάτι χάνει τελικά αυτό που πιστεύει, κανείς, ούτε ο καλύτερος παίκτης τελικά δεν περνάει το τελευταίο επίπεδο. Εκείνο όπου ο παίκτης ο ίδιος πρέπει να ξεπεράσει τον πειρασμό να πιστέψει ότι η δική του ζωή είχε κάποιο νόημα. Επειδή έπαιξε καλά το παιχνίδι. Κανείς παίκτης δεν το καταφέρνει αυτό. Όλοι θέλουν, αυτή η τεράστια σειρά μηδενικά, να υποδηλώνει κάτι, κάποιο νόημα.

Όμως το νόημα του παιχνιδιού είναι ότι δεν υπάρχει νόημα. Γιατί εκεί είναι πλέον το τέλος του παιχνιδιού. Τα μηδενικά αυτά πρόκειται για χρήματα που δεν θα ξοδέψεις όσο ζεις και δεν θα τα ξοδέψει και κανένας άλλος αφού πεθάνεις. Αν μπορούσες να το κάνεις κάτι ξοδεύοντας τα ακόμα και όλα, αν μπορούσες να αγοράσεις ξανά μία καινούργια ζωή, όπου θα ζούσες και θα αισθανόσουν και θα απολάμβανες όλα όσα δεν πίστευες έως τότε, σαν καλός παίκτης που ήσουν, τότε ναι, θα ήσουν και στην πραγματικότητα ο πιο έξυπνος.Ομως αν και με τα πιο πολλά χρήματα η συναισθηματική αποτίμηση της ζωής σου θα είναι σχεδόν μηδέν. Εκτός απο το μίσος για τους παντες και τα πάντα μέσα στο οποίο θα έχεις περάσει αυτή τη μία και μοναδική ευκαιρία που είχες στην αιωνιότητα να υπάρξεις. Σαν ζωντανός άνθρωπος. ΄Ενα μίσος στο οποίο βασικα  θα οφείλεις όλα σου τα μηδενικά.

Βέβαια υπάρχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα γι’ αυτούς που παίζουν το παιχνίδι έναντι των άλλων. Όταν αναρωτιούνται τι έκαναν στη ζωή τους μπορούν να το δουν στα μηδενικά του τραπεζιτικού τους λογαριασμού. Κι αυτό μερικοί άνθρωποι το έχουν ανάγκη. Να βλέπουν κάποιο σκορ για τη ζωή τους. Γιατί για όλους τους άλλους η ζωή βρίσκεται στις εμπειρίες, στις αναμνήσεις τους και κυρίως σε όλα αυτά που έδωσαν ή χάρισαν στον κόσμο. Που είναι και τα μόνα που μένουν όταν όλοι μας κάποια στιγμή φεύγουμε.

Και λίγη Αλήθεια, επιτέλους.

Το παρακάτω κείμενο ακολουθεί μεταφρασμένο και στα ελληνικά για να πληροφορηθούν ακόμη και όσοι δεν γνωρίζουν καλά αγγλικά. Όσοι γνωρίζουν μπορούν να το διαβάσουν στην original έκδοση του εδώ

http://landartgenerator.org/blagi/archives/127

Σε περίληψη η απόλυτα επιστημονικά τεκμηριωμένη αυτή έκθεση δείχνει ότι αν οι ΗΠΑ μετά που εισέβαλαν στο Ιράκ, ξόδευαν όσα έκτοτε ξοδεύουν για να διατηρούν την στρατιωτική τους Κατοχή, για να φτιάξουν φωτοβολταικά πάρκα εκεί, σήμερα όλοι οι Ιρακινοί θα μιλούσαν αγγλικά. Επειδή θα το ήθελαν, από ευγνωμοσύνη.

Ακόμη περισσότερο, αν η παγκόσμια κοινότητα ξόδευε, ΠΟΛΥ ΛΙΓΟΤΕΡΑ από όσα ξοδεύει ΕΤΗΣΙΩΣ για να διενεργήσει πολέμους για το πετρέλαιο και τα παράγωγα του,  για να εγκαταστήσει φωτοβολταικά πάρκα, θα είχε καλύψει ΟΛΕΣ τις ενεργειακές της ανάγκες για 25 χρόνια (όσο κρατάει η εγγύηση καλής λειτουργίας των φ/β). Χωρίς να συνυπολογιστούν τα έξοδα για την έρευνα, και τις εγκαταστάσεις εξόρυξης και διανομής του πετρελαίου. Κι αυτό ύστερα που όλα αυτά θα έχουν γίνει … θα τελειώσει !

Σήμερα που ο “Βάρβαρος”, τόσο χαρακτηριστικό όνομα αλήθεια, το πλοίο της Τουρκίας, ετοιμάζεται, σε συνεννόηση φυσικά με μια παγκόσμια υπερελίτ που στέκει παρασκηνιακά στο απυρόβλητο, να βυθίσει και πάλι τον κόσμο στην βαρβαρότητα, πυροδοτώντας τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η έκθεση μας αποδεικνύει ότι αυτός ο πόλεμος δεν θα γίνει για την ενέργεια

AreaRequired1000

———————- ***  ————————

Σύμφωνα με το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ ( Energy Information Administration ), η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας σε όλες τις μορφές της (βαρέλια πετρελαίου, κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, βατ της υδροηλεκτρικής ενέργειας, κλπ) προβλέπεται να φθάσει σε 678 τετράκις εκατομμύρια Btu ( ή 7,15 exajoules) από το 2030 – μια αύξηση 44% σε σχέση με τα επίπεδα του 2008 (επίπεδα για το 1980 ήταν 283 τετράκις εκατομμύρια Btu και βρισκόμαστε σε περίπου 500 τετράκις εκατομμύρια Btu σήμερα).

Αναρωτιέμαι τι θα χρειαζόταν σε επιφάνεια εδάφους και τι είδους επενδύσεις σε υποδομές για να παρέχουν την εν λόγω ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιώντας μόνο ηλιακούς συλλέκτες. Για να δημιουργήσουμε καύσιμο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οχήματα και εξοπλισμό αν θέτοντας ότι ένα μέρος του ηλεκτρικού ρεύματος που παράγεται θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (σ. μ. μέσω ηλεκτρόλυσης, η Γερμανία προχώρησε ήδη σε μια τέτοια εφαρμογή από πέρυσι σε βιομηχανική κλίμακα) για να δημιουργήσει υδρογόνο. Θα πρέπει όλοι να αρχίσουν να αναρωτιούνται για αυτά τα πράγματα επειδή δεν θα έχουμε κι άλλη επιλογή * από την στροφή του επόμενου αιώνα.

Για να κάνουμε τον λογαριασμό θα αρχίσουμε με το μεγάλο νούμερο 678.000.000.000.000.000 Btu.

(σ.τ.μ. το Btu είναι μονάδα μέτρησης ενέργειας που όλοι ξέρουμε από την κατανάλωση των κλιματιστικών)

Η μετατροπή αυτή σε KW • h [1 Btu = 0,0002931 kW • h (κιλοβατώρες)] κάνει 198.721.800.000.000 kW • h (199.721 TW • h). Αυτή είναι η παγκόσμοια κατανάλωση σε κιλοβάτ για έναν ολόκληρο χρόνο. Ως σύγκριση παρτε ότι ένα μέσο νοικοκυριό χρησιμοποιεί περίπου 18.000 kW • h ανά έτος (1/11 δισεκατομμυριοστό της συνολικής χρήσης του κόσμου).

Μπορούμε να πάρουμε 0.2 KW ενέργεια από κάθε ένα τετραγωνικό μέτρο γης ( είναι η απόδοση 20% των 1000 βατ που χτυπούν την επιφάνεια σε κάθε τετραγωνικό μέτρο γης ).

Μέχρι τώρα γνωρίζουμε την ικανότητα του κάθε τετραγωνικού μέτρου γηϊνης επιφάνειας σε τελική παραγωγή ενέργειας. Για να καταλάβουμε πόσο χώρο θα χρειαστούμε, πρέπει να πολλαπλασιάσουμε την ικανότητα παραγωγής σε κιλοβάτ του κάθε μέτρου γης με τον αριθμό των ωρών που μπορούμε να περιμένουμε κάθε ένα από αυτά τα τετραγωνικά μέτρα των φωτοβολταϊκών πάνελ να εξάγει ακριβώς τα 0.2KW ( δηλαδη κιλοβάτ Χ ώρες = kW • h).

Χρησιμοποιώντας το 70% ως μέσο όρο ηλιοφάνειας ετησίως ( υπολογίζοντας χειμώνα καλοκαίρι και μέρες που δεν βρέχει, μεγάλα μέρη του κόσμου, όπως η ανώτερη Αφρική και την Αραβική χερσόνησο έχουν 90-95% – έτσι αυτός ο αριθμός υπερκαλύπτεται στον υπολογισμό) μπορούμε να πούμε ότι θα υπάρξουν 250 ημέρες ηλιοφάνειας ετησίως για 8 ώρες κάθε μιας από αυτές τις μέρες κατά μέσο όρο. Αυτό κάνει 2.000 ώρες ετησίως εκτεθειμένη επιφάνεια στο άμεσο ηλιακό φως.

Ως εκ τούτου, μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε κάθε τετραγωνικό μέτρο από 2.000 για να φθάσουμε στην ΕΤΗΣΙΑ παραγωγή ανά τετραγωνικό μέτρο των 400 kW • h.

Διαιρώντας την παγκόσμια ετήσια ζήτηση με τα 400 kW • h παραγωγή του κάθε τετραγωνικού μέτρου (198,721,800,000,000 / 400) φτάνουμε στα 496,804,500,000 τετραγωνικά μέτρα ή αλλιώς 496.805 τετραγωνικά χιλιόμετρα (191.817 τετραγωνικά μίλια) ως περιοχή που απαιτείται για να τροφοδοτήσει τον κόσμο με ηλιακούς συλλέκτες. Αυτό είναι μια έκταση περίπου ίση με την έκταση της Ισπανίας. Που αρκεί για τις ΕΤΗΣΙΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ.

Αν αυτή η επιφάνεια τώρα διαιρεθεί σε 5.000 εγκαταστάσεις ανα τον κόσμο (μέσος όρος 25 ανά χώρα), στο κάθε φωτοβολταικό παρκο θα αντιστοιχεί έχει λιγότερο από 10 χιλιόμετρα η μία του πλευρά. Τα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα έχουν σχέδια για την κατασκευή πάρκου των 1,500MW εως το 2020 τα οποία θα απαιτήσουν ένα διάστημα 3 χιλιομέτρων ανά πλευρά. Εάν τα ΗΑΕ κατασκευάσουν τα άλλα 7 χιλιόμετρα ανά πλευρά αυτής της περιοχής, θα είναι σε θέση να τροφοδοτούνται ως έθνος στο εξής πλήρως με ηλιακή ενέργεια. Οι ΗΠΑ θα απαιτούσαν μια πολύ μεγαλύτερη περιοχή και περίπου 1.000 από αυτά τα σούπερ-sites. Κοκ.

Τι σημαίνει αυτό σε πρακτική, άμεση εφαρμογή 

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη 170.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα δάσους καταστρέφονται κάθε χρόνο. Αν κατασκευάζαμε ηλιακά πάρκα στη θεση τους με τον ίδιο ρυθμό, θα είχαμε καλύψει την παγκόσμια ζήτηση σε μόλις 3 χρόνια !

Υπάρχουν 1,2 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα γεωργικής γης στην Κίνα. Αυτό ισοδυναμεί με 2.5 φορές την έκταση που θα απαιτούσε το ηλιακό αγρόκτημα ικανό να τροφοδοτήσει ολόκληρο τον κόσμο με τις ανάγκες του 2030.

Συγκρίνετε αυτό λοιπόν με την έρημο της Σαχάρας (που δεν θα στερήσει αγροτική καλλιέργεια από κανέναν και έχει την μεγαλύτερη ετήσια ηλιοφάνεια παγκοσμίως) :

Η Σαχάρα είναι 9.064.958 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ή 18 φορές η συνολική απαιτούμενη έκταση για να τροφοδοτήσουμε τον κόσμο.

Με άλλο μέτρο , «η ακατοίκητη περιοχή της ερήμου Σαχάρας είναι πάνω από 9 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα, η οποία αν καλύπτονται με ηλιακούς συλλέκτες θα παρέχουν 630 Terawatts συνολικής ισχύος. Όταν ο τρέχον ρυθμός κατανάλωσης ενέργειας της Γης είναι περίπου 13,5 TeraWatts σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή (συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, άνθρακα, πυρηνική και υδροηλεκτρική), το μέτρο αυτό φτάνει τις 46 φορές την έκταση που απαιτείται για την συνολική ενεργειακή κάλυψη και δείχνει ότι οι αριθμοί μου είναι πολύ συντηρητική.

Συγκρίνετε το με εθνικές οδούς καλυμένες με φωτοβολταικά (σ.τ.μ. Στις ΗΠΑ ήδη εφαρμόζεται καλυψη δρόμων με τέτοια αντί για άσφαλτο) :

Με αναλογία πυκνότητας εφαρμογής των φβ στους δρόμους 800 χιλιομέτρων ανά 1.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνολικό μήκος 75.440 χιλιόμετρα, η συνολική έκταση του συστήματος μεγάλων αυτοκινητόδρομων των ΗΠΑ είναι 94.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ή το 20% του συνολικού απαιτούμενου εδάφους για την κάλυψη των παγκόσμιων αναγκών. Όπως οι ΗΠΑ επίσης καταναλώνουν περίπου το 20% της παγκόσμιας ενέργειας η εφαρμογή αυτή στους δρόμους της μόνο αρκεί για να καλύψει στο εξής όλες τις ανάγκες τους.

Συγκρίνετε το με γήπεδα γκολφ:

Το τυπικό γήπεδο γκολφ καλύπτει περίπου ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Έχουμε 40.000 από αυτά σε όλο τον κόσμο ανοικτές επιφάνειες που έχουν σχολαστικά διατηρηθεί. Αν χρησιμοποιούντο για φωτοβολταϊκά πάρκα θα απέδιδαν μόνον αυτά το 10% των παγκόσμιων αναγκων.

Επίσης, να θυμάστε ότι εργαζόμαστε εδώ με ένα χειρότερο σενάριο που βασίζεται σε προβλέψεις για το έτος 2030 που επιβαρύνονται πολύν με την ανάπτυξη. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε όμως αν μειώναμε αντίστοιχα το συνολικό φορτίο Btu; Απλά οι αποδόσεις θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες, ο απαραίτητος χώρος πολύ μικρότερος και το παγκόσμιο ενεργειακο πρόβλημα μέχρι το 2030 πλεον μόνιμα και το κυριότερο καθαρά για το περιβάλον, λυμένο.

Στόχος μας πρέπει να είναι η κατασκευή το συντομότερο της περιοχής που απαιτείται και την ίδια στιγμή η μείωση της ζήτησης μας, τόσο με απόλυτη χρήση της υπάρχουσας τεχνολογίας και των καινοτομιών (σ.τ.μ. ενα κλιματιστικό ινβερτερ σήμερα καταναλώνει το 1/5 της ενέργειας που κατανάλωνε ενα κλιματιστικό ίδιας ισχύος χωρίς ινβερτερ εως πριν 5 χρόνια) όσο και με την έναρξη των απαραίτητων έργων υποδομής σήμερα παντού σε όλο τον κόσμο. Σε αντίθετη περίπτωση οι συνέπειες θα είναι αδιανόητες.

Ετικέτες: Καθαρής Ενέργειας , Υποδομών , Διεπιστημονικό Σχεδιασμός , Ανανεώσιμες , Solar

Η επανάσταση έχει αρχίσει

child workingΌλοι περιμένουν κάτι να γίνει. Να  έρθει ο Αντίχριστος να έρθει ο Μεσσίας, να έρθει η Αποκάλυψη. Η κοινή διαί­σθηση είναι σωστή, όλοι περιμένουν μία κοσμογονική αλ­λαγή άσχετα αν αυτή μεταφράζεται (συνήθως) με θρη­σκευτικά μηνύματα ή προσδοκίες. Όμως ίσως είναι πιο λογικό να δώσουμε στις εξελίξεις πού έρχονται απλές αν­θρώπινες και καθημερινές ερμηνείες, άλλωστε πάντα έτσι ήταν. Γιατί η επανάσταση έχει αρχίσει πάλι. Χωρίς τυμπα­νοκρουσίες και λάβαρα, μία φορά, χωρίς πάθος. Παρ’ όλ’ αυτά τώρα έχει μάλλον περισσότερο γούστο, αν το δει κα­νείς με μία νότα αισιοδοξίας.

Παγκόσμια προβλήματα μπορεί να λύνονται με απλή αριθμητική. Είναι μία σκέψη. Αφού όλες οι φιλοσοφικές θεωρίες δεν δείχνουν να οδηγούν σε εξηγήσεις, ίσως μία απλή προσέγγιση να μπορεί.

Το 1920 για να σκαφτούν τα θεμέλια ενός σπιτιού χρειάζονταν 20 εργάτες να σκάβουν για 20 μέρες. Αντί­θετα το 1960 ένας εργάτης με μία μπουλντόζα τα έσκαβε σε μία μέρα. Αυτό σημαίνει πώς το 1960 οι υπόλοιποι 19 εργάτες θα έμεναν άνεργοι για 19 μέρες εκτός και αν κτί­ζονταν ξαφνικά 19 φορές περισσότερα σπίτια στα ίδια χρο­νικά διαστήματα.

Τότε, τα καινούργια σπίτια ήταν πραγματικά αρκετά, ύστερα από τον πόλεμο. Όμως το 16ωρο έγινε 8ωρο όχι για τους «αγώνες του λαού» αλλά για τους ταπεινούς λό­γους πού προαναφέραμε και έτσι μόνον τα καινούργια σπίτια είναι σήμερα μόνο 19 φορές περισσότερα από τότε και όχι 38.

Βέβαια κάποια στιγμή η ανοικοδόμηση σταμάτησε, και έτσι επανήλθε το πρόβλημα.
«Τι θα τους κάνουμε όλους αυτούς» αναρωτήθηκαν οι κυβερνήσεις, «θα τους αφήσουμε στον δρόμο να φωνά­ζουνε; Σε λίγο να αρχίσουνε να κλέβουν όσα δεν μπορούν να βγάλουν για να ζήσουν.»

Η κατάσταση άρχιζε μόλις να γίνεται πιεστική. Οι 8 ώρες όμως δεν έγιναν 4.  Γιατί δεν υπήρχε κάποιο σύ­στημα. Έτσι όσοι δεν έβρισκαν δουλειά σε άλλους άρχισαν να «φτιάχνουν» δικές τους δουλειές. Στην αρχή αυτά ήταν καινούργια καταναλωτικά είδη. Προέκυψαν κατασκευά­σματα όπως π.χ. τσιπς, τσίχλες και πολλά άλλα, είδη έως τότε άχρηστα στην καθημερινή μας ζωή. Η διαφήμιση με τη σειρά της τα εγκαθίδρυσε σαν «απαραίτητα». Δουλειές λοιπόν στα άχρηστα καινούργια είδη για να γίνουν «χρή­σιμα», δουλειές και στην διαφήμιση που υποστήριζε την πώλησή τους, κτίστηκαν κι αυτά τα «σπίτια» ας το πούμε έτσι, στέγασαν εργασιακά και έθρεψαν κάποιες μάζες, αφεντικά και υπαλλήλους.

Ο κόσμος τώρα πού άρχισε να τα αγοράζει όλα αυτά σε καθημερινή η περιοδική βάση, άρχισε σταδιακά να χρει­άζεται περισσότερα χρήματα για να μπορεί να το κάνει. Έτσι έγιναν ακόμη περισσότεροι αυτοί πού, για να έχουν περισσότερα, φτιάχνανε ένα δικό τους είδος, «πιο» καλό, «πιο» αυτό η «πιο»  το άλλο από τα προηγούμενα, με σκοπό να πουλήσουν κι αυτοί κάτι και να βγάλουν περισ­σότερα για να μπορούν ύστερα να καταναλώσουν  περισ­σότερα.

Στον οικοδομικό τομέα, τα καινούργια σπίτια κατα­σκευάστηκαν μοντέρνα με πιο επιστημονικές αρχές, πράγμα πού δεν προδιέθετε την αντικατάστασή τους σύ­ντομα. Η λύση στην αγορά εργασίας πού προσέφερε ως προς αυτό το σημείο ο πόλεμος και η καταστροφή των πά­ντων, πέρασε σύντομα και επανήλθαμε λίγο πολύ στο ίδιο σημείο.
Όμως όχι ακριβώς στο ίδιο σημείο. Δεύτερος σοβαρός παράγων διαβίωσης, και συνεπώς αγοράς και προσφοράς εργασίας είναι τα τρόφιμα. Εκεί κι αν πολλαπλασιάστηκαν οι άνεργοι. Το 1920 για να θεριστεί ένα χωράφι καλα­μπόκι σχετικά μεγάλο χρειάζονταν 30 άτομα για μία βδο­μάδα. από τουλάχιστον το 1960 χρειάζονται μία θεριζοα­λωνιστική μηχανή για μία μέρα. Πάλι χιλιάδες οι άνεργοι.

Βέβαια αρχικά μέχρι να κατασκευαστούν οι μπουλ­ντόζες και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές, χρειάστηκαν πάλι πολλά εργατικά χέρια, στα εργοστάσια κατασκευής των μηχανημάτων αυτών. Με μικρότερους ρυθμούς βέ­βαια όμως βοηθούσης και της μετατροπής από 16ωρο σε 8ωρο ισοσταθμιζόταν η κατάσταση.
Φτιάχτηκαν όμως κάποια στιγμή και ύστερα ήρθαν οι υπολογιστές τα ρομποτικά και οι αυτοματισμοί. Εκεί πια δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο στην ανεργία. Το σύστημα άρχισε να κατασκευάζει μετά μανίας κάθε είδους και­νούργια «τέχνη» , κάθε είδους καινούργιο είδος και εργα­σία προσπαθώντας ταυτόχρονα με χιλιάδες άλλες «θέσεις εργασίας» να το πουλήσει.

Και μέχρι εκεί πάλι καλά ήταν. Μόνο που όλα αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη ταχύ­τητα κύκλου παραγωγής- πώλησης- κατανάλωσης. Δια του ανταγωνισμού,(υπάρχουν πλέον 100 κατασκευαστές τσί­χλας και όχι ένας), η τιμή άρχισε να μειώνεται. Κατιούσης της τιμής, δεδομένου ότι εδώ μιλάμε για εμπορικό κέρδος και όχι για πρακτική χρησιμότητα, άρχισε να αυξάνεται η ανάγκη για ολοένα και «πιο γρήγορη» πώληση, ούτως ώστε το τελικό αποτέλεσμα σε χρήμα στην ίδια χρονική περίοδο να είναι τουλάχιστον το ίδιο.

Στην αρχή αυτό έδειχνε να λύνει μέρος του προβλήμα­τος της απασχόλησης, δημιουργώντας ολοένα και πιο πο­λυάριθμα τμήματα πωλήσεων. Γρήγορα όμως τελείωσε κι αυτό, με την μαζική διαφήμιση από τα Μέσα. Οι πωλητές έπαιρναν πολύ μεγάλες προμήθειες για τις ποσότητες πού πουλούσαν  σε σχέση με τις ποσότητες που πουλούσαν τα Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Οι προμήθειες των πω­λητών άρχισαν να πέφτουν αφού δεν ήταν πλέον τόσο πο­λύτιμοι. Οι πωλητές άρχισαν είτε να μένουν άνεργοι είτε να μην πουλάνε ελλείψει κινήτρου. Συγχρόνως η επιχει­ρήσεις που δεν μπορούσαν να τους καταργήσουν εντελώς επιβαρύνονταν κι άλλο στα λειτουργικά τους κόστη από την ελαττωματική τους επίδοση.

Πολλοί πωλητές στράφηκαν στα Μέσα. Τα Μέσα από την πλευρά τους όμως δεν μπορούσαν να απασχολήσουν όλους τους πωλητές και το όλο πράγμα άρχισε να παίρνει την κατηφόρα. Όλοι προσπαθούσαν να πουλήσουν φθηνό­τερα, (αλλιώς δεν θα πουλούσαν καθόλου), με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν τα Μέσα ολοένα και περισσότερο. Στο μεταξύ από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση, όλες οι βαθμίδες στο πνεύμα της επιτάχυνσης κι αυτές, άρχισαν να αναζητούν ολοένα φθηνότερους τρόπους παραγωγής. Στην αρχή ήταν τα μεροκάματα, πού σε σχέση με το κα­θημερινό κόστος ζωής άρχισαν να φθίνουν σταθερά. Στην συνέχεια ήρθαν και τα ρομπότ.

Το αποτέλεσμα είναι πώς σήμερα μεγάλη μάζα ανθρώ­πινου δυναμικού έχει αρχίσει να καταναλώνει σημαντικά λιγότερο είτε γιατί δεν βγάζει τίποτα είτε γιατί έμειναν άνεργοι. Αυτό ανεβάζει και άλλο το διαφημιστικό κόστος ώστε από την ολοένα συρρικνούμενη μερίδα αγοράς να πουλήσουν τελικά οι ισχυρότεροι, αυτοί δηλαδή που μπο­ρούν να πουλήσουν κι άλλο φτηνότερα ώστε να «πείσουν» τους οικονομικά ασθενείς πλέον να καταναλώσουν.
Φυσικά για να γίνει αυτό οι πληρωμές μειώθηκαν κι άλλο, ωθώντας ακόμη πιο γρήγορα τον κύκλο πραγμάτων μία και δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και έτσι ακόμη μικρότερη δυνατότητα κατανάλωσης. Όσοι δεν αντέχουν κλείνουν ή «συγχωνεύονται» πουλιούνται δη­λαδή, αν είναι τυχεροί, ώστε τουλάχιστον ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης να ζήσει καλά. Όμως όσο πιο συγκεντρωτική γίνεται η παραγωγή τόσο πιο δυσμενείς γίνονται οι συνθή­κες για τους εργαζόμενούς της, οι οποίοι μειώνουν πάλι με τη σειρά τους το γενικό δυναμικό κατανάλωσης που θα έκανε τη ρόδα χρηματοδότηση – παραγωγή – κατανάλωση να αρχίσει να γυρίζει. Ακριβώς δηλαδή σαν ένα αυτοκί­νητο σφηνωμένο στη λάσπη που όσο περισσότερο σπινάρει η ρόδα τόσο πιο βαθιά μέσα στο χώμα βυθίζεται.

Τα λεγόμενα «άχρηστα» καταναλωτικά είδη δέχτηκαν πρώτα την μπόρα μία και στην ανάγκη ο άνθρωπος πρώτα τα περιττά κόβει. Έτσι οι άνεργοι πλήθυναν κι άλλο. Άδειασε λίγο ο τόπος και ο ανταγωνισμός περιορίστηκε, όμως η κατανάλωση παρέμενε σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Για να ωθηθούν στην κατανάλωση οι φτωχοί άρ­χισαν να πέφτουν οι τιμές ραγδαία, με την αφαίρεση αυτή τη φορά του κόστους της διαφήμισης πού δεν χρειαζόταν και τόσο τώρα πια πού οι ανταγωνιστές είχαν πεθάνει η κλείσει. Έτσι και οι διαφημιστές άρχισαν να μένουν άνερ­γοι σιγά-σιγά, και να καταναλώνουν κι αυτοί λιγότερο.

Ένας τρίτος παράγων των εξελίξεων μετά την στέγαση και την τροφή είναι η ενέργεια. Σήμερα παράγεται σε πολύ μεγαλύτερη αφθονία και με πολύ μικρότερο κόπο απ’ ότι στις αρχές του αιώνα. Αυτό αφήνει πάλι πολλούς ανθρώπους χωρίς δουλειά αντικαθιστώντας τους ολοένα με μηχανές και τεχνολογική υποδομή, συστήματα που πάλι έχουν ήδη κατασκευαστεί στην βάση τους τις προηγούμε­νες δεκαετίες και έτσι δεν απασχολούν πλέον τόσο σημα­ντικά ποσοστά ανέργων.

Ο τελευταίος σημαντικός παράγοντας εξελίξεων είναι ο πόλεμος. Δεν υπάρχει. Όσο κι αν φαίνεται κυνικό, ο πό­λεμος είναι η βάση της άνθισης της μεταπολεμικής κοινω­νίας. Μίας κοινωνίας χαρούμενης δημιουργικής, πού έκανε λεφτά, έκτισε σπίτια και είχε ελάχιστα ψυχολογικά προβλήματα. Μία άνετη κοινωνία πού απόλαυσε την ζωή, πού δεν ένοιωσε ποτέ μελλοθάνατη και πού η ποιότητα και η μεστότητά της φαίνεται στην τέχνη η οποία ύστερα από ένα σημείο, κοντά στο ’70 μοιάζει να έμεινε για πάντα στα προηγούμενα. Το 1970 αν ρωτούσες οποιονδήποτε αν θα ήθελε να δει κάποιον 65 χρονών να τραγουδάει ροκ, γεμάτος κοκαΐνη για να κρατηθεί όρθιος θα σε έλεγε του­λάχιστον διεστραμμένο. Σήμερα μόνο αυτό υπάρχει δια­θέσιμο, όχι από διαστροφή, αλλά από έλλειψη οτιδήποτε άλλου. Δεν παράγεται πλέον ζωντάνια.

Ο πόλεμος διέλυε τα πάντα και έτσι «βρισκόταν» δου­λειά. Το θέμα είναι πώς τουλάχιστον ο τελευταίος πόλεμος ήταν φρικαλέος. Κανείς δεν θέλει να προβεί σε τέτοιου εί­δους λύσεις του αδιαχώρητου της ανεργίας σήμερα. Το πρόβλημα λύθηκε τότε ας πούμε «αυτόματα». Γκρεμίστη­καν όλα, τα ξανακτίσαμε όλα. Τώρα όλα είναι κτισμένα και έτοιμα να μας υπηρετήσουν. Είναι φυσικό να τίθεται πρόβλημα απασχόλησης. Δεν υπάρχει και τόσο έντονος λόγος πλέον να φτιάχνουμε και να φτιάχνουμε. Αυτό απ’ ότι φαίνεται είναι το μόνο πρόβλημα πού αρνείται να «χω­νέψει» το σύστημα του 8ώρου εργασίας.

«Δηλαδή τι;» λένε πιθανότατα οι κυβερνήσεις. «Θα αρά­ξουν όλοι και δεν θα κάνουν τίποτα;»
Και όμως τι να κάνουν διάολε; Τι άλλο θα φτιαχτεί; από την πολλή μας ανεργία, έχουμε κατασκευάσει μέχρι και σεξουαλικές παραλλαγές κάθε είδους, πολιτικές και φιλο­σοφικές ομάδες κάθε είδους, ψάχνοντας, όλο ψάχνοντας να βρούμε κάτι να πουλάει. Ο καταναλωτισμός όπως κάθε συνθήκη ύστερα από το σημείο κορεσμού του, αρχίζει να παρακμάζει. Έχουμε εισέλθει από καιρό στην εποχή των παραλλαγών των πρωτοτύπων που είμαστε σε θέση να δη­μιουργήσουμε. Μόνο η πληροφορική μπορεί να υποσχε­θεί πρωτοτυπία σήμερα και η φιλοσοφία. Η δεύτερη αν της επιτραπεί βέβαια.

Ο πρώτος άνθρωπος φοβόταν την βροχή, την φωτιά αποδεκατιζόταν κυριολεκτικά από την πείνα, τα άγρια θη­ρία και τις αρρώστιες. Έπειτα δεν υπήρχε αρκετή τροφή, έπειτα δεν υπήρχε αρκετή στέγη, και τέλος δεν υπήρχε αρκετή ενέργεια. Σήμερα δόξα τω Θεό έχουμε απ’ όλα σε αφθονία, χάρη στην επιστήμη, την τεχνολογία και την πληροφορική. Πραγματικά δεν χρειάζεται να κοπιάζουμε πια τόσο πολύ. Όμως για να τα χαρούμε χρειαζόμαστε την κατάλληλη φιλοσοφία σαν κοινωνική γραμμή. Κι αυτές τις γραμμές τις καθορίζει πάντα, (και θα τις καθορίζει) το σύ­στημα προσφοράς – αμοιβής εργασίας που έχει οδηγήσει σήμερα στην κατάσταση που υφίσταται της «ακινητοποιη­μένης» κατανάλωσης.

Μακάρι να μπορούσα με ένα άρθρο να επηρεάσω αυ­τούς από τους οποίους πάντα θα εξαρτάται η τύχη του πο­λιτισμού μας. Σε πείσμα πολλών επαναστατών πιστεύω ότι όλα πάντα καθοριζόντουσαν από την αρχή. Πιστεύω μάλι­στα ότι είναι εντελώς μάταιο να βγει κανείς στο δρόμο δια­δηλώνοντας και βλάπτοντας έτσι τις φωνητικές του χορδές και ίσως, αν επέμβουν οι ειδικές δυνάμεις, και τη σωμα­τική του ακεραιότητα. Αρκεί να μην αγοράζει χίλια πε­ριττά πράγματα και έχει ήδη επαναστατήσει. Το πιο αστείο είναι ότι αυτό το κάνει έτσι κι αλλιώς.

Ειρωνικό… Όλοι ψυχανεμιζόμαστε πώς κάπου υπάρχει πρόβλημα με τις αξίες μας και με τα συστήματά μας όμως ίσως τα πράγματα είναι πολύ απλά και δεν τα βλέπουμε επειδή βρίσκονται μπροστά μας. Μπήκαμε στην εποχή της ευδαιμονίας, ύστερα από αιώνες ταλαιπωρίας και τυ­ραννίας από τα στοιχεία τις φύσης και τις ελαττωμένες σωματικές μας δυνατότητες. Όπως μειώθηκαν παλαιότερα οι αντιξοότητες επιβίωσης έτσι και τώρα οι 8 απαραίτητες ώρες δραστηριότητας έχουν γίνει ουσιαστικά 4.  Όλες τις υπόλοιπες ώρες τις αναπληρώσαμε είτε με μηχανές είτε με τεχνολογία.

Ίσως αυτό φαίνεται εξωφρενικό και όμως είναι αλήθεια. Οι ίδιοι μισθοί για 4 ώρες εργασίας δεν θα φέρουν απα­ραίτητα την καταστροφή. Δημιουργούν αυτόματα μία τε­ράστια καταναλωτική μάζα η οποία σήμερα δεν κατανα­λώνει παρά μόνον τα απαραίτητα. Διπλασιάζουν σχεδόν τις πωλήσεις. Αμέσως πολλαπλασιάζουν τις θέσεις εργασίας για την ικανοποίηση αυτών των πωλήσεων.  Επίσης οι δια­θέσιμες ελεύθερες ώρες δημιουργούν ένα ολόκληρο εμπό­ριο από είδη διασκέδασης και ελεύθερου χρόνου. Τα είδη αυτά μάλιστα αποτελούν τον κύριο όγκο του εμπορίου και της προσφοράς εργασίας εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πού η αφθονία ενέργειας και υποδομής είναι πλέον γεγονός. Αλίμονο αν περιμένουμε ολόκληρη κοινωνία να κινηθεί από την κατανάλωση πού θα κάνουν οι εργαζόμενοι στα κρέατα, στα γάλατα και στα τρόφιμα γενικά.

Η αγωνία της συγκέντρωσης ολοένα και περισσότερου κέρδους είναι στην ουσία μία παγίδα. Οι πολλοί λίγοι πού θα «επιζήσουν» ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα έχουν γίνει λίπα­σμα, όσα χρήματα κι αν έχουν, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες πωλήσεων χιλιά­δων καταστημάτων ρούχων, διασκέδασης, και άλλων κα­θαρά καταναλωτικών αγαθών. Δεν μπορεί π.χ. ένας εκα­τομμυριούχος να πάει σε 50 μαγαζιά και να ψωνίσει και στα 50. Και να το κάνει κάθε μέρα !!!  Άμα το έκανε πάλι δεν θα υπήρχε πρόβλημα, όμως εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να το κάνει, έτσι μάλλον δεν θα έπρεπε να περι­μένουμε από εκεί την λύση.

Υπάρχει μία διάχυτη αγωνία σε όλο τον κόσμο για τις πωλήσεις πού πέφτουν. Τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μία κωμικοτραγική ιστορική στιγμή όπου το χρήμα θα πρέπει, με κάποιους τρόπους, πλην όμως δωρεάν, να πα­ρασχεθεί πάλι στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, ώστε αυτό να συνεχίσει να καταναλώνει και συνεπώς να λειτουργεί. Οι ενδείξεις αυτών των τάσεων είναι εμφανείς. Δώρα πα­ντού, «δώρα» ακόμη και για την αγορά ενός περιοδικού του 500ρικου. Σε λίγο ένας Θεός ξέρει τι θα πρέπει να δώ­σουμε για να πουλήσουμε. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι τώρα οι μισοί δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί περιμένο­ντας να πουλήσουν στους άλλους μισούς πού δεν έχουν δουλειά καθόλου , άρα ούτε και  λεφτά.

Η Αποκάλυψη δεν θα έρθει με κοσμογονία αλλά με μαθηματικά. Η ακριβής χρονική της στιγμή είναι μάλλον όταν με ένα Skip θα παίρνουμε πλέον δώρο και άλλο ένα, από το αζήτητο μέχρι σήμερα στοκ.

«29 εκατομμύρια πρώην ιδιοκτήτες πλυντηρίων (γιατί τα πούλησαν για να ζήσουν) συνιστούν σαπούνι. Αυτοί ξέ­ρουν»

Μέσα σε όλον αυτό τον εξευτελισμό ατόμων και προϊό­ντων, οι τράπεζες κάνουν ακόμη χειρότερη την κατάσταση. Δανείζουν προς όλες τις κατευθύνσεις, υποχρεώνοντας όμως πολύ περισσότερο από όσο εξυπηρετούν. Τον Δε­κέμβριο ’94 δόθηκαν 250,000 καταναλωτικά δάνεια γύρω στο 1 εκ. Αλήθεια αυτός πού, επειδή έβγαζε όσα έβγαζε, δεν είχε λεφτά για να πάρει δώρα στα παιδιά του, πού θα βρήκε τον Δεκ. 95 να πάρει και τα δώρα και να πληρώσει και το τοκοχρεολύσιο; Φυσικά δεν πήρε κι άλλο δάνειο για να πληρώσει το πρώτο, οι τράπεζες είναι συνεννοημέ­νες μεταξύ τους. Θα πουλήσει λοιπόν ή θα παραχωρήσει. Το αυτοκίνητο, το σπίτι, το οικόπεδο, κάτι θα πάει στην τράπεζα. Ύστερα, επειδή τα χρήματα πού δανείστηκε μάλ­λον δεν του έλυσαν το πρόβλημα της ζωής του, θα ξανα­γυρίσουν κι αυτά  τελικά στην τράπεζα και εκεί θα σταμα­τήσει ο κύκλος του χρήματος.

Στο τέλος οι τράπεζες θα έχουν όλα τα οικόπεδα, θα ελέγχουν τις περισσότερες επιχειρήσεις και θα έχουν μα­ζέψει όλα τα λεφτά του κόσμου. Και μετά τι; Θα βγούνε και θα αρχίσουν να τα μοιράζουν στον κόσμο πάλι μήπως και αρχίσει να καταναλώνει;

«Η επανάσταση έχει αρχίσει». Χωρίς αίματα και βαρβα­ρότητες αυτή τη φορά όμως με το ίδιο πάντα αποτέλεσμα. Την αναγκαστική ανακατανομή του πλούτου. Η κορυφή στηρίζεται στην βάση. Σήμερα αντί για να επαναστατήσεις αρκεί να μην αγοράσεις. Το πιο αστείο είναι πώς δεν χρει­άζεται να έχεις την παραμικρή ιδεολογική τοποθέτηση για να το κάνεις. Απλά δεν μπορείς να αγοράσεις. Για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου μία επανάσταση έχει τό­σους πολλούς επαναστάτες. Χωρίς καν να το ξέρουν.

Έχουμε φτάσει σαν πολιτισμός στο ιδανικό όριο κόπου-απόλαυσης των 4 ωρών εργασίας (με λιγότερες ώρες εργα­σίας θα πεθαίναμε από την πλήξη). Εμείς τώρα αντί για να βάλουμε τις μηχανές να δουλεύουνε για μάς, αυτές πού τόσες χιλιετηρίδες μας πήρε για να φτιάξουμε, (αλήθεια γιατί τις φτιάχναμε;) προσπαθούμε να γίνουμε οι ίδιοι μη­χανές για να παράγουμε φθηνότερα. Όμως οι μηχανές ούτε τρώνε, ούτε διασκεδάζουν ούτε δυστυχούν. Έτσι κι αλλιώς δεν αγοράζουν. Όμως εμείς χρειαζόμαστε πωλή­σεις. Η κατανάλωση κάνει τη ζωή πιο ποιοτική πέραν του ότι «ξεκολλάει το αμάξι». Ζούμε έναν μίζερο κόσμο από βλακεία.

Η μόνη επανάσταση πού χρειάζεται ο κόσμος είναι μία γερή φιλοσοφική επανάσταση, μία υπέρβαση στον τρόπο σκέψης αυτών που διοικούν και καθορίζουν το κοινωνικό σύστημα και τις εξελίξεις.  Μαζί με όσους ευχαρίστως δέ­χονται έναντι αμοιβής να τους εξυπηρετήσουν αδιακρίτως των επιπτώσεων. Ίσως καταλάβουν όλοι αυτοί πως το ση­μερινό σύστημα είναι καταδικασμένο έτσι κι αλλιώς και το αλλάξουν.  Μπορούν με το κατάλληλο κίνητρο. Αυτό ίσως είναι ότι αν δεν το αλλάξουν το μόνο που θα έρθει είναι μαζί με τα κάτω να σαπίσουν κάποια στιγμή και τα επάνω. Κι αυτό δεν συμφέρει κανέναν.

Ο νόμος της αναγκαστικής κατανάλωσης

Το καλοκαίρι που πέρασε με ένα κλιματιστικό έπαιρνες δώρο και άλλα δύο. Μόλις τον προηγούμενο χρόνο τα κλιματιστικά ήταν 35% ακριβότερα και έδιναν δώρο μόνο άλλο ένα. Φαίνεται σαν τα πράγματα να γίνονται ολοένα και καλύτερα για τους καταναλωτές. Δυστυχώς για τα τω¬ρινά τρία κλιματιστικά θα πρέπει ακόμη ο καταναλωτής να πληρώσει το ένα, με το οποίο θα πάρει τα υπόλοιπα δώρο. Κι αυτοί που μπορούν να πληρώσουν αυτό το ένα κλιματιστικό, παρά τα τόσα δώρα, μειώνονται καθημερινά.

Μόλις ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του άρθρου « Η επανάσταση έχει αρχίσει», η κατασκευασμένη, όπως όλοι λένε πλέον, άνοδος του χρηματιστηρίου, μοίρασε πολύ χρήμα σε πολύ κόσμο. Ήταν μία χαρούμενη εποχή. Αυτοί που κέρδισαν ήταν αρκετοί και αγόρασαν πολλά σπίτια, αυτοκίνητα, ψυγεία, τηλεοράσεις, βίντεο και στερεοφω¬νικά. Κάποιοι δηλαδή κατανάλωσαν αντί κανένας, όπως ήταν έως τότε η απαισιόδοξη πρόβλεψη.

Όμως η άνοδος, για έξι μήνες, των χρηματιστηρίων, ήταν μόνο μια διεγερτική ένεση που ζωντάνεψε προς στιγμή τον ετοιμοθάνατο. Το χρηματιστηριακό σύστημα έσπευσε να ξανακερδίσει αυτά που «προσέφερε» και τα χρηματιστήρια μπήκαν σε μία ακόμη πενταετή ύφεση κατά την διάρκεια της οποίας έχασαν χρήματα πολλοί πε¬ρισσότεροι από όσους κέρδισαν τότε ή θα κερδίσουν στο επόμενο στημένο ολιγόμηνο ράλι. Έτσι η αγορά επανήλθε σιγά σιγά στη συνηθισμένη της κινητικότητα, δηλαδή το κώμα.
Φυσικά τα πράγματα φτηναίνουν και για ένα κλιματι-στικό οι εταιρίες πλέον προσφέρουν γη και ύδωρ στον κα¬ταναλωτή. Αλλιώς θα πρέπει να κατασκευάσουν τεράστιες χωματερές για όσα προϊόντα δεν πουλάνε ή να κλείσουν τεράστιες αλυσίδες παραγωγής για να μην παράγουν τόσα. Αν κάνουν το δεύτερο θα αφήσουν ακόμη περισσότερους άνεργους, και σε αδυναμία να αγοράσουν πλέον, κατανα¬λωτές.
Στενεύουν λοιπόν τα όρια του παιχνιδιού του πλουτι-σμού και κατά συνέπεια αυξάνουν οι παράπλευρες απώ-λειες. Σε λίγο ο καταναλωτής για να αγοράσει το ένα κλι-ματιστικό (με το οποίο μπορεί πλέον να του δίνουν δώρο και άλλα δέκα) θα χρειάζεται να του κάνουν δώρο και τα χρήματα γι’ αυτό το ένα. Κι εκεί το πρόβλημα ξαναγυρίζει στη ρίζα του: που είναι τα χρήματα;

Ενώ έχουν θεσπιστεί χίλιοι νόμοι, οργανισμοί θεσμοί και τρόποι ώστε μία συντριπτική μειοψηφία να μπορεί να συγκεντρώνει το χρήμα από τις μάζες, δεν έχει θεσπιστεί ακόμη ούτε ένας νόμος που να αναγκάζει το χρήμα να κυ¬κλοφορεί. Είναι τόσο αδιανόητο που ακούγεται παράξενο ακόμη και να απορεί κανείς που μία τέτοια νομική και κοινωνική δικλείδα δεν υφίσταται. Σου λέει αφού το άρπα¬ξαν χαλάλι τους, θα το κάνουν ότι θέλουν. Την ίδια στιγμή είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι σαν πολιτισμός έχουμε εφεύρει χίλιους τρόπους για να θερίζουμε και κανέναν για να σπέρνουμε.
Πόσο σημαντικό μπορεί να είναι αυτό που φαινομενικά δείχνει σαν πρόβλημα των φτωχών; Η αναδιανομή του χρήματος; Προφανώς αν το χρήμα αιωνίως συγκεντρωνό¬ταν και ποτέ δεν ξανακυκλοφορούσε, η παγκόσμια οικο¬νομία θα είχε πάθει έμφραγμα εδώ και πάρα πολλά χρό¬νια. Πριν από αυτό κάποιοι θα ήταν μυθικά πλούσιοι βέ¬βαια όμως τι σημασία έχει;
Στην πραγματικότητα λοιπόν ο πολιτισμός μας όχι μόνο διαθέτει την δικλείδα της αναδιανομής, την χρησι-μοποιεί μάλιστα συχνά για την αποσυμπίεση της συγκέ-ντρωσης του χρήματος. Αυτό όμως δεν συμβαίνει οργανω¬μένα και επειδή το σκεφτήκαμε, συμβαίνει πάντα από μόνο του και δια της βίας. Η κουλτούρα του πολιτισμού μας έχει συνηθίσει την ανακατανομή του χρήματος να συμβαίνει μόνο με επανάσταση, απάτη ή ληστεία. Αν δεν συμβεί έτσι, δεν θα συμβεί ποτέ.

Είναι αδιανόητο να βγούνε οι τράπεζες και να μοιρά-ζουν χρήματα στον κόσμο, ώστε να επιζήσουν έτσι χιλιά-δες βιομηχανίες, παραγωγοί και έμποροι που περιμένουν από την κατανάλωση όλου αυτού του κόσμου. Παρά το αδιανόητο, εύκολα διαπιστώνει κανείς πώς αν ένας τέτοιος νόμος υπήρχε προφανώς δεν θα χρειάζονταν αιματοχυσίες και εγκλήματα προκειμένου να ρεύσει το χρήμα πάλι.

Δεν θα υπήρχαν τα δωρεάν κλιματιστικά ούτε τα κάθε λογής δώρα που προσφέρονται τα οποία κάποιος έχει ξο-δέψει πόρους για να τα κατασκευάσει. Σε κάποιο σύ-στημα κοινωνικής οργάνωσης με πρόβλεψη για τη διαθε¬σιμότητα του χρήματος είτε δεν θα κατα-σκευάζονταν κα¬θόλου όλα αυτά είτε θα κατασκευάζονταν μόνο όσα χρει¬άζονταν για να πουληθούν και όχι για να χαριστούν.

Η αιμορραγία αυτή τη φορά δεν είναι στους δρόμους όμως αυτό μόνο φαινομενικά αλλάζει τη γενική εικόνα αφού όλοι αιμορραγούν πάλι, και στις φτωχογειτονιές και στα παλάτια. Οι φτωχοί γιατί δεν έχουν χρήματα να αγο¬ράσουν και οι πλούσιοι γιατί όσο οι φτωχοί δεν αγοράζουν εκείνοι δεν κερδίζουν. Πέραν όμως της αόρατης αυτής επανάστασης έχει προκύψει σήμερα και μία άλλη ιδιό¬τυπη κατάσταση.

Μεγάλης κυκλοφορίας επιστημονικό περιοδικό ανέ-φερε ότι μέσα στο 2003 οι 358 πιο πλούσιοι άνθρωποι στη γη βγάζουν ετησίως, όσα βγάζει ο μισός πληθυσμός της γης. Είναι πολύ πιθανό να ισχύει. Οι μεγάλες εταιρίες μπορεί να πουλάνε πάμφθηνα προκειμένου να αντεπεξέλ¬θουν στον ανταγωνισμό, όμως έχουν, ακόμη, τεράστια κέρδη.
]

Στην παραπάνω σύγκριση όλοι αυτοί που απαρτίζουν τον αναφερόμενο μισό πληθυσμό της γης είναι οι ασθενέ¬στερες οικονομικά μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού, το αντίθετο θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Μάζες που κατανα¬λώνουν όλα όσα βγάζουν για να ζήσουν. Αν ονομάσουμε την συνολική κατανάλωση αυτών των ανθρώπων Χ η κατα¬νάλωση αυτή ισοδυναμεί με αυτήν που θα μπορούσαν να κάνουν οι 358 βαθύ-πλουτοι αν ξόδευαν και αυτοί όλα όσα βγάζουν. Αυτό όμως και να ήθελαν να το κάνουν είναι στην πραγματικότητα αδύνατον.

Αν πούμε ότι ο πληθυσμός της γης είναι περίπου 6 δις άνθρωποι, οι μισοί είναι 3 δις, οπότε αντιστοιχούν 8,379,888 άτομα στον κάθε έναν από αυτούς τους 358. Οι βασικές ανάγκες επιβίωσης τώρα, δεν αλλάζουν με τον πλούτο. Έτσι ένας βαθύπλουτος δεν μπορεί να καταναλώ¬σει όσο 8,379,888 άνθρωποι ούτε ημερησίως ούτε ετη¬σίως. Ακόμα και έναν κόκκο ρύζι να ήταν μόνο σε θέση να αγοράσουν με τα πενιχρά τους εισοδήματα αυτοί οι 8,379,888 πάλι ο πλούσιος δεν μπορεί να φάει 8,379,888 κόκκους ρύζι. Όχι σε ένα γεύμα, ίσως ούτε σε όλη του τη ζωή.

Βέβαια αντικαθιστά το ρύζι με πιο ακριβά τρόφιμα. Αν πούμε λοιπόν ότι σε κάθε δέκα φτωχούς που τρώνε ρύζι αντιστοιχεί ένα κεφτεδάκι πάλι ο πλούσιος δεν μπορεί να φάει 837,988 κεφτεδάκια όχι σε μία μέρα, ούτε σε δέκα χρόνια ίσως. Με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορεί να αγοράσει 25,000 αυτοκίνητα Mercedes το χρόνο ούτε να κτίσει 10,000 σπίτια και να το κάνει αυτό κάθε χρόνο. Έτσι το χρήμα, το μισό χρήμα του πλανήτη, που πάει σ’ αυτόν από διάφορες πηγές, σιγά σιγά εξαφανίζεται. Δεν ξανα-βγαίνει στην αγορά. Ακόμα και πίνακες ή έργα τέχνης αν αγοράζει ακόμα και πανάκριβα κτήματα, το νόημα παρα¬μένει το ίδιο. Το χρήμα δεν ξαναβγαίνει στην αγορά στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν σκεφτεί κανείς ότι οι άνθρωποι που είναι τόσο πλούσιοι ώστε να βγάζουν περισσότερα από όσα καταναλώνουν είναι πάρα πολλοί περισσότεροι από 358. Ότι ίσως οι επόμενες 358 χιλιάδες άνθρωποι στην παγκόσμια κλίμακα του πλούτου είναι πάλι άνθρωποι που καταναλώνουν, ή αλλιώς ξοδεύ-ουν, πολύ λιγότερα από όσα βγάζουν με κάθε μορφή εξό-δου, από επενδύσεις έως σπατάλες.

Κι εδώ δημιουργείται το παμπάλαιο ερώτημα. Ποιο εί-ναι ακριβώς το πρόβλημα με τον πλούτο; Πάρα πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους πλουτίζουν με παράνομους τρόπους, εγκληματούν ίσως ή κάνουν πλείστες όσες κο-μπίνες, παρατυπίες, απάτες και δολιοφθορές προκειμένου να πλουτίσουν. Άραγε αυτό μόνο φταίει που ο κόσμος πα¬ρουσιάζει αυτή τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη δυσαρμο¬νία; Η οποία μόνο πρόσκαιρα παρέρχεται με κάποιον πό¬λεμο, κρίση ή επανάσταση και ύστερα επιστρέφει δριμύ¬τερη;

Αν αυτοί οι 358 , και πολλοί άλλοι με αρκετά λιγότερα όμως πάλι μεγάλα εισοδήματα, έβρισκαν ένα τρόπο να ξο¬δέψουν τουλάχιστον το 90% των εισοδημάτων τους ετη-σίως θα ήταν άραγε τόσο κακό που είναι τόσο πλούσιοι; Κι ας μη τα ξόδευαν σε κοινωφελή έργα ή επενδύσεις που θα απέφεραν θέσεις εργασίας. Μήπως θα αρκούσε απλά και μόνο ότι αντί να τα έχουν στην τράπεζα να τα κοιτούν, θα τα ξόδευαν;
Δεν θα ήταν τόσο κακό ίσως τότε. Ούτε θα ήταν κακό που ένας τους θα μπορούσε να έχει, σε ένα κρεσέντο σπα¬τάλης ας πούμε, είκοσι γυμνές θεές κάθε νύχτα να του κάνουν αέρα και ότι άλλο επιθυμεί. Δεν θα ήταν κακό γιατί όλες αυτές οι κυρίες, φορτωμένες με το χρήμα του κύριου, θα βγουν φυσικά κι αυτές κάποια στιγμή για να το ξοδέψουν. Και θα το κάνουν αυτό επίσης κάθε μέρα αφού κι εκείνος κάθε μέρα θα τις απολαμβάνει, αφού έχει αυτή τη δυνατότητα.

Έτσι όταν θα έρθει σε μένα που είμαι έμπορος μία από αυτές τις κυρίες για να εξυπηρετήσω κι εγώ μια μικρή της ματαιοδοξία, ας πούμε ένα υπερπολυτελείας ηλεκτρικό αυτοκίνητο για το παιδί της, δεν θα την ρωτήσω φυσικά ποια είναι και πώς τα έβγαλε για να κρίνω αν θα δεχτώ ή όχι να της το πουλήσω. Θα της το πουλήσω προθυμότατα.
Μάλιστα όσο πιο άνετη είναι εκείνη με τα λεφτά της τόσο πιο ακριβά θα της το δώσω. Αν τώρα αυτή χαρεί πολύ που την εξυπηρέτησα με τόση προθυμία και χαμό-γελο, θα μου στείλει και την φίλη της, που επίσης ξημε-ροβραδιάζε¬ται στη βίλα του πλούσιου κυρίου και τα βγά-ζει κι εκείνη μπόλικα και εύκολα, για να πάρει ένα αντί-στοιχα ακριβό δώρο για το ανιψάκι της. Και θα την γδύσω κι εκείνη, όχι όπως ο πλούσιος βέβαια , αλλά οικονομικά και λιγάκι, τόσο όσο μου χρειάζεται κι εμένα για να πλου¬τίσω κι εγώ λιγάκι και εύκολα.

Δεν είναι λοιπόν ο ίδιος ο πλούτος η συνθήκη που κά-νει την ζημιά ή δημιουργεί τις αναταραχές. Ο καθημερι-νός άνθρωπος δεν είναι δυστυχισμένος, ούτε θα ήταν ποτέ δυστυχισμένος επειδή δεν έχει, όχι είκοσι, ούτε μία πλη¬ρωμένη θεά να του κάνει αέρα γυμνή κάθε βράδυ. Συνή¬θως οι καθημερινοί άνθρωποι έχουν και καθημερινές ανάγκες. Δεν δυστυχούν αν δεν έχουν όσα έχει συνηθίσει να έχει ένας πλούσιος.

Ο Μπερλουσκόνι είπε ότι έχει ένα σπίτι στις Βερμούδες που το επισκέφθηκε μία φορά τα τελευταία τρία χρόνια. Κάποιος ευκατάστατος καθημερινός άν-θρωπος έχει μία βιλίτσα στη Ραφήνα και την επισκέπτεται κάθε Σαββατο¬κύριακο. Αν του χάριζες μία βίλα στις Βερμούδες μπορεί να αποκτούσε πρόβλημα για το πώς θα πάει εκεί και το πιθανότερο είναι να την πουλούσε ώστε με τα χρήματα αυτά να γλεντούσε με τους φίλους του κάθε Σαββατοκύ¬ριακο στη Ραφήνα.

Παρατηρούμε ότι ο πλουτισμός οδηγάει σύντομα σε ένα όριο πέραν του οποίου εκ των πραγμάτων η κατανάλωση φθίνει. Επίσης τα χρήματα συνήθως γεννάνε χρήματα. Οι επενδύσεις λοιπόν που θα γίνουν από μία επιχείρηση αν υποθέσουμε ότι κάποιος θα ξοδέψει τα χρήματα εκεί, γεν¬νάνε και άλλα χρήματα τα οποία πάλι μπορούν μόνο πε¬ριορισμένα να ξοδευτούν. Ύστερα από το όριο αυτό πάλι τα υπόλοιπα χρήματα οδηγούνται αναγκαστικά στην απο¬ταμίευση. Η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από την αποχώ¬ρηση του χρήματος από την αγορά.

Αν βράζουμε νερό μέσα σε μία χύτρα ταχύτητας σύμ-φωνα με τον νόμο των αερίων, όσο αυξάνει η θερμοκρασία θα αυξάνει η πίεση μέσα στην χύτρα. Αν η χύτρα δεν έχει διέξοδο για τον ατμό, κάποια στιγμή θα εκραγεί. Αυτό δεν θα γίνει επειδή είναι μία κακιά χύτρα, ή στη φύση των σωματιδίων του νερού εμπεριέχεται κάτι το διαβολικό.

Με την ίδια λογική η ανθρώπινη φύση απέναντι στην συγκέντρωση χρήματος αντιδρά πάντα με τον ίδιο τρόπο. Όταν ο ένας το συγκεντρώνει ο άλλος θέλει να του το πά-ρει. Αν η συνθήκη της συγκέντρωσης δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχαν και οι αντίρροπες δυνάμεις, δεν θα υφίστατο δη¬λαδή το φαινόμενο της κοινωνικής σύ-γκρουσης το ίδιο αν η χύτρα, κάθε τόσο, άνοιγε μία βαλβίδα και αποσυμπίεζε το μίγμα της.

Οι κοινωνικές συγκρούσεις, επαναστάσεις, πόλεμοι και κάθε λογής εγκλήματα, το μόνο που τελικά κάνουν, παρά που φαίνονται σαν έξαρση ψυχοσυναισθηματικών και ηθικών διαφορών, είναι να επαναφέρουν μία πιο ανεκτή κυκλοφορία του χρήματος. Παρόμοια και η κατσαρόλα όταν εκρήγνυται, απλά αποσυμπιέσει τους ατμούς της, γι’ αυτό άλλωστε και η έκρηξη αυτή δεν διαρκεί για πάντα αλλά μόλις συμβεί, η αποσυμπίεση, το φαινόμενο παύει ακαριαία.

Στα κοινωνικά φαινόμενα τα διάφορα στάδια δεν φαίνο¬νται να συμβαίνουν με χρονική διαδοχή τόσης μαθηματι¬κής ακρίβειας. Δεν διαθέτουμε μετρητές ικανούς να με¬τρήσουν με ακρίβεια συγκεκριμένες μετρήσεις όπως ας πούμε την «θερμοκρασία του πλήθους» ή την οργή από την ανισοκατανομή πλούτου, που θα μπορούσαν να αντι¬στοιχιστούν με τη θερμο-κρασία του νερού μέσα στη χύτρα και την πίεση των ατμών. Αν ωστόσο διαθέταμε τέτοιους μετρητές, και αν ξέραμε συγκεκριμένα τα μέρη που δη¬μιουργούν το φαινόμενο, θα ήμασταν σε θέση μάλλον, ακόμα και ένα τόσο περίπλοκο γεγονός όπως μία επανά¬σταση ή έναν πόλεμο, να τον προβλέψουμε με μεγάλη χρονική ακρίβεια όπως επίσης θα μπορούσαμε, αν θέ¬λαμε, να αποφύγουμε τελείως την έκρηξη παίρνοντας μέ¬τρα προτού αυτή συμβεί. Θα χρησιμοποιούσαμε δηλαδή κάτι σαν κοινωνική βαλβίδα εκτόνωσης.

Αυτή η βαλβίδα είναι που λειτουργεί κάθε φορά που γίνεται μία επανάσταση, ένας πόλεμος ή μία ληστεία και γι’ αυτό οι επαναστάσεις οι πόλεμοι και οι ληστείες δεν κρατάνε για πάντα. Γιατί τα χρήματα αλλάζουν χέρια. Σε μία επανάσταση και σε έναν πόλεμο αυτό συμβαίνει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους και σε πολύ εκτετα-μένο επίπεδο. από τα λεφτά που παίρνουν οι σπιούνοι έως τα φάρμακα και την ιατρική βοήθεια σε άτομα που μέχρι τότε δεν την χρειάζονταν τα λεφτά αλλάζουν χέρια σε πολ¬λές περισσότερες συναλλαγές απ’ ότι τα όπλα, οι στρατοί και οι όροι συνθηκολόγησης του εκάστοτε ηττημένου. Τα χρήματα ή οι πόροι, ύστερα που αλλά-ζουν χέρια επιτέ¬λους ξοδεύονται μιας και αυτοί που τα κλέβουν δεν τα εί¬χαν μέχρι να τα πάρουν και φυσικά για να τα ξοδεύουν τα θέλουν τόσο πολύ που σκοτώνονται για να τα αποκτήσουν, όχι για να τα βλέπουν. Εκεί η εκρηκτική κατάσταση πρό¬σκαιρα ηρεμεί. Μέχρι να ξανασυγκεντρωθούν οι πόροι κάπου αλλού προκαλώντας την ίδια αντίδραση.

Τα διάφορα ιδεολογικά ή πολιτικά συστήματα όπως η δημοκρατία ο κομουνισμός ο σοσιαλισμός και άλλα ασχο¬λούνταν πάντα με το πώς οι συνθήκες αυτές, που προκα¬λούν την έκρηξη, θα μπορούσαν να μην υπάρχουν. Κτυ¬πώντας υποτιθέμενα έτσι το πρόβλημα στη ρίζα του. Αν ας πούμε ήταν όλοι οι άνθρωποι ίσοι, θα έβγαζαν πάνω κάτω τα ίδια και θα είχαν τα ίδια δικαιώματα. Κατά συνέπεια, θεωρητικά πάντα, αν αυτό μπορούσε να επιτευχθεί, τότε η έκρηξη δεν θα συνέ-βαινε. Κι αυτό είναι αλήθεια, θα ήταν σαν να έχουμε νερό στη χύτρα το οποίο δεν έβραζε ποτέ.

Στην πραγματικότητα αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Πά-ντα κάποιοι θα είναι πλούσιοι και κάποιοι φτωχοί. Κά-ποιοι πάντα θα επινοούν τρόπους για να κερδίζουν περισ¬σότερα από άλλους ή απλά θα είναι πιο δυνατοί από αυ¬τούς και θα μπορούν πιο εύκολα να το κάνουν. Με δεδο¬μένη αυτή τη συνθήκη λοιπόν, ότι δηλαδή το νερό βράζει έτσι κι αλλιώς μέσα στη χύτρα, πρέπει να αντιμετωπί¬σουμε αυτό το πρόβλημα ώστε να μην εκρήγνυται η κοι¬νωνική χύτρα κάθε τόσο.

Ο κοινωνικός βρασμός ένεκα των ανισοτήτων δεν είναι ένα σκοτεινό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Η διαφορετικότητα είναι το βασικό χαρακτηριστικό της αν-θρώπινης φύσης που μας οδηγεί στην εξέλιξη. Αν όλοι ήμασταν ίδιοι, θα ήμασταν ίδιοι και χιλιάδες χρόνια πριν, με αποτέλεσμα ποτέ κανείς να μην προτείνει ή να κάνει κάτι άλλο, κάτι καινούργιο. Δεδομένου ότι δεν θα συνέ¬βαινε τότε κάτι καινούργιο δεν θα συνέβαινε ποτέ, με απο¬τέλεσμα σήμερα να είμαστε όλοι μαζί ακόμα στα σπήλαια.

Δεν είναι λοιπόν αυτό το χαρακ

τηριστικό της ανθρώπι-νης φύσης που οδηγεί στους πολέμους, στις επαναστάσεις ή την εκτεταμένη εγκληματικότητα κάθε μορφής που υπάρχει σήμερα. Αυτό που οδηγεί εκεί είναι ότι παράλ¬ληλα με την τεχν

ολογία μας δεν έχουμε αναπτύξει ανά¬λογα και τις διαδικασίες μας. Σαν να έχουμε κατασκευά¬σει στο πέρασμα των αιώνων ένα υπερηχητικό αυτοκίνητο όμως εμείς έχουμε μείνει ακόμη στην εκπαίδευση για να οδηγάμε ποδήλατο.

energonia

Ο νόμος της αναγκαστικής κατανάλωσης λειτουργούσε πάντα αυτόματα κάθε φορά που συγκεντρώνονταν πόροι. Αμέσως συγκεντρώνονταν και οι αντίρροπες δυνάμεις που τους εποφθαλμιούσαν. Αν οι πόροι δεν διετίθεντο και εξα¬κολουθούσαν να συγκεντρώνονται γινόταν πόλεμος, ο οποίος προκαλούσε εκ των πραγμάτων την κατανάλωση των πόρων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είτε επειδή κλέβο¬νταν και καταναλώνονταν είτε επειδή καταστρέφονταν στην ίδια την έκρηξη.

Παλαιότερα μεσολαβούσαν μεγάλα διαστήματα για να δημιουργηθούν οι συνθήκες έκρηξης. Όσο παλαιότερα τόσο αργότερα συγκεντρώνονταν οι πόροι και τόσο αραιό-τερα γίνονταν οι πόλεμοι κατακτητικοί ή επαναστατικοί. Αυτό είναι και ο λόγος που όσο παλαιότερες ήταν οι αυτο¬κρατορίες τόσο περισσότερο συνήθως διαρκούσαν. Όταν τέλος κάποια στιγμή γίνονταν οι κοινωνικές αναταραχές πάλι η ζημιά δεν ήταν πάρα πολύ μεγάλη, αφού τα όπλα δεν είχαν την σημερινή καταστροφική ισχύ.

Σήμερα υπάρχουν δύο παράλληλες συνθήκες που δη-μιουργούν πάρα πολύ εκρηκτική κατάσταση σύμφωνα με τον νόμο. Πρώτον ο πόλεμος αποφεύγεται από όλους μιας και τα οπλικά συστήματα δεν θα εκμηδενίσουν τον εχθρό πλέον αλλά ίσως το ίδιο το μέλλον. Τα οπλικά συστήματα και οι στρατιωτικοί μηχανισμοί καταναλώνουν κάποιους πόρους όμως είναι πολύ λίγοι σε σχέση με αυτούς που πρέπει πραγματικά να αναδιανεμηθούν. Γιατί, κι αυτή εί¬ναι η δεύτερη σημαντική συνθήκη, ποτέ άλλοτε δεν εί¬χαμε αυτή την καταπληκτική ικανότητα που υπάρχει σή¬μερα, να μπορούμε να μεταφράσουμε σχεδόν κάθε υπαρ¬κτό έμψυχο ή άψυχο πόρο, σε χρήμα. Αυτό συμβαίνει γιατί σήμερα οι ενεργειακές ανάγκες καλύπτονται ολοένα και περισσότερο από την πρόοδο της τεχνολογίας, με απο-τέλεσμα οι μέχρι χθες εκμεταλλευόμενοι πόροι για ενέρ-γεια και κίνηση, να γίνονται σήμερα ολοένα και περισσό¬τερο καθαρό χρήμα.

Δυστυχώς μαζί με όλες τις άλλες εξελίξεις, δεν έχει προκύψει κάποια εξέλιξη στην γενικότερη κοινωνική φι-λοσοφία ώστε να πάμε κάπου με αυτό το υπέροχο υπερη-χητικό αυτοκίνητο, αντί να συντριβούμε μαζί του οδηγώ-ντας το σαν να ήταν ποδήλατο. Προφανώς για τις μέχρι χθες συνθήκες το να ξαναμοιράζεται το χρήμα από αυτούς που το έχουν κατακτήσει και συσσωρεύσει είναι κάτι αδιανόητο. Όμως τότε η συσσώρευση πόρων δεν ήταν η σημερινή. Οι πόροι κάλυπταν ακόμη ανάγκες έστω και ματαιόδοξες. Σήμερα οι ματαιόδοξες ανάγκες έχουν κα¬λυφθεί ακόμα και για τα τρισέγγονα αυτών που συσσω¬ρεύουν το χρήμα. Όλη η υπόλοιπη συσσώρευση συμβαί¬νει από μόνη της και καταλήγει αναγκαστικά απλό χρήμα, δηλαδή τίποτα.

Την ίδια στιγμή ο νόμος λειτουργεί και προκαλεί την αναγκαστική κατανάλωση. Όσο δυσκολότερα λοιπόν βρί¬σκονται τα χρήματα για το πρώτο κλιματιστικό επειδή η πλούσιοι παραπλούτισαν θα αρχίσει αναγκαστικά να κα¬ταναλώνει τα αποθέματα του ο πλούσιος προσφέροντας κι άλλα κλιματιστικά δώρο μπας και κάποιος από όσους δυ¬σκολεύονται τελικά αγοράσει. Ο ανταγωνιστής του τώρα, προκειμένου να πείσει τους ίδιους αδύναμους καταναλω¬τές θα κάνει το ίδιο με αποτέλεσμα να προσφέρουν και οι δυο τους ολοένα και περισσότερα δώρα. Η κατανάλωση δηλαδή των αποθεμάτων τους θα γίνει έτσι κι αλλιώς από συνθήκες ανεξάρτητες από τους ίδιους και τις τεχνικές πωλήσεων που έχουν.

Ίσως βέβαια είναι μια πρόοδος αυτή, ότι δηλαδή αυτή τη φορά αντί να πολεμάνε και να σκοτώνονται οι λαοί, πο¬λεμάνε οι πλούσιοι μεταξύ τους και αλληλοσκοτώνονται. Στην πραγματικότητα όμως δεν υ-πάρχει ουσιαστική πρόο¬δος. Οι πόροι καταστρέφονται σε κοινωνικές διαδικασίες που είναι αντιδημιουργικές και ασύμφορες. Οι πλούσιοι τους συσσωρεύουν και στην συνέχεια τους καίνε με τον ένα ή τον άλλο μάταιο και ασύμφορο ακόμη και για τους ίδιους τρόπο. Αυτό εμποδίζει την γενικότερη εξέλιξη και δεν αποτελεί εξελιγμένη φιλοσοφία κοινωνικής αντίληψης.

Για χιλιετηρίδες η ανθρώπινη σκέψη εστίασε στο πώς θα κάνει τους ανθρώπους πιο ίσους, πιο ειρηνικούς, πιο καλούς. Ίσως είναι καιρός να αφήσουμε πίσω μας αυτό το μοντέλο υποκρισίας. Στην πραγματικότητα όλα γίνονταν πάντα για τους πόρους. Παλαιότερα που οι πόροι ήταν απαραίτητοι για χρήση, αποτελούσαν κτήση και συσσω¬ρεύονταν για λόγους ασφάλειας και διατήρησης του πλού¬του. Ήταν αδιανόητο κάποιος που κόπιαζε, σκότωνε και ρίσκαρε για να τους κατακτήσει στην συνέχεια να τους μοιράσει.

Σήμερα, που οι πόροι υπερεπαρκούν και έτσι εκ των πραγμάτων δεν χρησιμοποιούνται, μετατρέπονται αναγκα¬στικά σε χρήμα τον μόνο τρόπο με τον οποίο θα μπορού¬σαν να εξακολουθήσουν να είναι κτήση. Το πρόβλημα που φαίνεται ιδεολογικό στην ουσία είναι απλά πρόβλημα εξέ¬λιξης. Η οικονομική και τεχνολογική υποδομή παρέχει δυνατότητες και υπερεπάρκεια πόρων χωρίς να έχει εξελι¬χθεί ανάλογα η κοινωνική αντίληψη που μπορεί να χειρι¬στεί τις σημερινές συνθήκες με ασφάλεια.

Έτσι εξακολουθούμε να επικεντρώνουμε στο αν κά-ποιος απέκτησε τον πλούτο του δίκαια ή άδικα αντί για το αν και κατά πόσο τον καταναλώνει. Που είναι και αυτό που καθορίζει τις εξελίξεις. Θα πει κανείς δεν έχει σημα-σία αν κάποιος πουλάει όργανα δολοφονημένων μετανα-στών για να πλουτίσει; Έχει. Όμως είναι μικρότερη κοινω¬νική ζημιά αν αυτός ο κάποιος αναγκάζεται στη συνέχεια να ξοδεύει το μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων του και του απαγορεύεται να το συσσωρεύει. Γιατί σε γενικευμένη εφαρμογή αυτό το μέτρο θα έχει δώσει ήδη τόσο χρήμα στις αγορές που ίσως αυτός ο κάποιος να μην χρειάζεται πλέον να κάνει αυτή τη δουλειά, να πουλάει δηλαδή όρ¬γανα δολοφονημένων μεταναστών, για να προκόψει.

Σε μία αγορά που νοσεί γενικά, όλα τα επιμέρους συ-στήματά της νοσούν επίσης. Αντίθετα σε μία αγορά που υπάρχει χρήμα, βρίσκονται χίλιοι τρόποι να το μαζέψεις. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους τρόπους όλοι θα προτιμήσουν αυ¬τούς που δεν θα συνεπάγονται ταυτόχρονα κίνδυνο από επιπλοκές με το νόμο ή ακόμη και για την ίδια τους τη ζωή, κίνδυνοι που ισχύουν για όλους τους εγκληματίες.

Όσο κάποιος συσσωρεύει χρήμα τόσο αυξάνονται οι συνθήκες που θα τον αναγκάσουν να το καταναλώσει. Αν υπολογίσουμε αυτή τη πραγματικότητα, ότι δηλαδή η αναγκαστική κατανάλωση θα συμβεί έτσι κι αλλιώς, είναι εύκολο στην συνέχεια να θεσπίσουμε τους ανάλογους νό-μους που να εξαναγκάζουν σε κατανάλωση και να απο-τρέπουν την συσσώρευση. Φυσικά μετά που κάποιος θα ξοδέψει το χρήμα του πάλι θα του το πάρουν κάποιοι. Όμως έχει τεράστια διαφορά να το ξοδεύεις όπως θέλεις από το να το χάνεις έτσι κι αλλιώς από διαδικασίες που προκύπτουν αναγκαστικά και τις οποίες δεν μπορείς να ελέγξεις.

Debugging Jesus Christ

Όλα λειτουργούν βάση ενός προγράμματος. Ακόμη και το σύμπαν ισχυρίζονται πολλοί επιστήμονες, έχει ένα πρόγραμμα. Με βάση αυτό το πρόγραμμα συμβαίνει αυτή η χημική αντίδραση και όχι η άλλη, αυτή η αστρική έκρηξη, η ανάλογη δημιουργία πλανητών και γαλαξιών και κατ’ επέκταση η γη και όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί πάνω σ’ αυτήν. Και όχι κάτι άλλο. Αυτό όμως είναι πολύ μακριά από την καθημερινή μας πρακτική και στο σημείο εξέλιξης που βρισκόμαστε δεν μας αφορά ακόμη το σύμπαν.

Στα πλαίσια λοιπόν του δικού μας μικρού προγραμματισμού, ας ασχοληθούμε με τον ανθρώπινο παράγοντα. Ας φανταστούμε ότι υπάρχει μία τεράστια μηχανή που έχει την δύναμη να παράγει ενέργεια και τρόφιμα για τέσσερις φορές τον πληθυσμό του πλανήτη. Το πώς θα ήταν δυνα¬τόν να κατασκευαστεί και να λειτουργήσει μια τέτοια μηχανή  με τον καλύτερο τρόπο, είναι κάτι που μας ενδιαφέρει.  Αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή η μηχανή υπάρχει η επιστημονική αυτή φαντασία μας αφορά κιόλας.

Η ανθρώπινη μάζα είναι μία μηχανή. Αποτελείται από ενεργειακές μονάδες, άτομα που καταναλώνουν διάφορες μορφές ενέργειας και παράγουν άλλες μορφές διαφορετικής ενέργειας με διάφορους τρόπους. Θεωρητικά αν αυτή η μηχανή ήταν μία μηχανή αυτοκινήτου, ένα μέρος της θα αποτελούσε τα πιστόνια, κάποιο άλλο τον εγκέφαλο, τις βαλβίδες, τα ηλεκτρικά κοκ. Όπως κάθε άλλη μηχανή έτσι και αυτή θα χρειαζόταν καύσιμα για να κινηθεί. Αν όλα αυτά δούλευαν με τις λιγότερες δυνατές τριβές και αρμονικά συνεργαζόμενα μεταξύ τους και αν η μηχανή είχε τα πιο αποδοτικά δυνατόν καύσιμα, θα απέδιδε στο μέγιστο των δυνατοτήτων της.

Το μέγιστο των δυνατοτήτων μίας μηχανής σημαίνει το μέγιστο έργο με την ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας. Με τον ελάχιστο κόπο, φθορά, τριβή, σκέψη στην περίπτωσή μας. Η σκέψη φαίνεται σαν κάτι αόριστο, όμως οι άνθρωποι, ως λογικές μηχανές, κάθε μέρα κάνουμε διάφορες σκέψεις τις οποίες ακολουθούν ανάλογες πράξεις. Αν δεν σκεφτούμε ότι κάτι πρέπει, χρειάζεται ή είναι σωστό να το κάνουμε, δεν πρόκειται να το κάνουμε. Με τη λογική αυτή οι σκέψεις, που οδηγούν σε πράξεις, είναι οι βασική κινητήρια δύναμη στην παγκόσμια ανθρώπινη μηχανή. Αποτελούμε ένα σύνολο από δισεκατομμύρια λογικές μηχανές οι οποίες πριν ενεργήσουν, σκέπτονται.

Πολλοί μπορεί να πουν ότι ένας εργάτης εργοστασίου δεν σκέπτεται. Ότι κάνει τη δουλειά του μηχανικά και έχει σταματήσει να σκέπτεται εδώ και χρόνια. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί. Μηχανικά μπο¬ρεί, ύστερα από κάμποσο καιρό να εκτελεί ίσως τις ίδιες κινήσεις στην γραμμή παραγωγής, κι αυτό πάλι όχι τελείως. Όμως κάθε μέρα που πηγαίνει εκεί για να τοποθετηθεί στην γραμμή παραγωγής, το έχει σκεφτεί προηγουμένως. Και έχει αποφασίσει ότι αυτό είναι καλό και σωστό να το κάνει.

Η γνώση του καλού και του κακού ωστόσο, του σωστού ή του λάθους, δεν είναι μία ηθική τοποθέτηση. Στην πραγματικότητα αποφεύγοντας το λάθος προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το σωστό και έτσι μόνο δρούμε, ανεξάρτητα αν τελικά η δράση μας είναι καλή ή κακή, σωστή ή λάθος. Όσο εμείς δεν έχουμε την υποκειμενική αίσθηση ότι κάνουμε το σωστό, αδρανούμε δεν κάνουμε τίποτα, δεν υπάρχει καν δράση.

Πριν από κάθε άλλο λοιπόν, το σημαντικότερο για την ανθρώπινη μηχανή φαίνεται να είναι αυτή η τοποθέτηση. Τι είναι σωστό και τι λάθος. Αν αυτή δεν γίνει δεν υπάρχει καν αποτέλεσμα, τίποτα δηλαδή δεν προκύπτει προς αξιολόγηση. Πρέπει πριν από οτιδήποτε, κάθε άνθρωπος να θεωρήσει κάποια πράγματα σωστά.

Τι είναι όμως σωστό; Τι καλό; Ποιος το κρίνει και με ποια κριτήρια;

Οι τρελοί άνθρωποι, αυτοί που χοροπηδάνε γυμνοί στο δρόμο, τρώνε τις μπανάνες με τα φλούδια ή, για να αναφέρουμε κάτι πιο συνηθισμένο, περπατάνε μιλώντας μόνοι τους ή στον καθένα φωναχτά και ασυνάρτητα, είναι τρελοί για έναν μόνο λόγο. Επειδή κάνουν κάτι, όταν δεν ξέρουν ποιο θα ήταν το σωστό να κάνουν. Υπό λογικές συνθήκες αυτό θα προκαλούσε αδράνεια. Στους τρελούς, προκειμένου να αδρανήσουν εντελώς ή να σκέφτονται διαρκώς, κάνουν κάτι, ανεξάρτητα αν αυτό είναι σωστό ή λάθος. Όμως και αυτό πάλι μπορεί να έχει την εξήγησή του με βάση τη θεωρία σωστού, λάθους. Ίσως γι’ αυτούς τους ανθρώπους η αδράνεια από μόνη της να σημαίνει λάθος.

Με τη λογική αυτή το καλό και το κακό, είναι έννοιες μάλλον άδικα συνυφασμένες με το σωστό και το λάθος. Κάποιος κακός άνθρωπος μπορεί να κάνει το καλό για πολλούς λόγους, αν το κρίνει σωστό στις δεδομένες περιστάσεις. Μπορεί να θέλει να σώσει την ψυχή του, να τον ενόχλησε ξαφνικά η τριγύρω του υπολανθάνουσα ή άμεση εχθρότητα, να θέλει πραγματικούς φίλους και όχι κόλακες ή υποτελείς γύρω του. Το ίδιο κάποιος καλός άνθρω¬πος μπορεί να κάνει πολύ κακό σε κάποιον που του επιτίθεται. Ή ακόμη, αν αποφασίσει ότι η καλοσύνη του τον έκανε μόνο θύμα και καθόλου πιο ευτυχή, να γίνει ληστής, απατεώνας ή  μαζικός δολοφόνος. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν.

Το μεγαλύτερο φιλοσοφικό ερώτημα από καταβολής κόσμου ήταν πάντα το ίδιο: Τι είναι η ζωή; Γιατί ζούμε, γιατί πεθαίνουμε; Επειδή αυτές είναι απαντήσεις που δεν έχουμε, προέκυψαν άλλα πιο βατά ερωτήματα. Έτσι δημιουργήθηκαν το καλό και το κακό, όλες τις παραφυάδες τους, ο Θεός ο Διάβολος και οι διάφορες θρησκείες.

Οι θρησκείες φαίνονται διαφορετικές μεταξύ τους όμως στην ουσία σε όλες παρατηρούμε μία ομοιότητα: Αποτελούν κίνητρα κατευθύνσεων. Είτε δια της απειλής όπως το πυρ το εξώτερον, είτε δια της ανταμοιβής, τη Βασιλεία των Ουρανών, όλες οι θρησκείες δίνουν καθημερινά, έναν πίνακα αξιών σύμφωνα με τον οποίο ο εκάστοτε δράστης κρίνει κατευθύνσεις στα πλαίσια μίας κοινωνίας. Πύλες σωστού ή λάθους, όπως ακριβώς θα ήταν και σε έναν απλό ηλεκτρονικό υπολογιστή που θα είχε ας πούμε σαν δουλειά να επιλέξει ή να απορρίψει κάτι.

Φάε αρνί λέει ο Χριστιανισμός και πιες κρασί, αλλιώς δεν δέχεσαι τη χαρά του Θεού, αν πιεις αλκοόλ θα έχεις την κατάρα του Θεού λέει ο Μωαμεθανισμός. Στην πραγματικότητα αυτά τα τεχνάσματα από μόνα τους δεν λύ-νουν κανένα από τα πρωταρχικά ερωτήματα σωστού ή λάθους. Τι δηλαδή θα άξιζε τον κόπο πραγματικά να κάνεις. Φας δεν φας αρνί, και πιεις δεν πιεις κρασί, δουλέψεις ή κλέψεις έτσι κι αλλιώς θα πεθάνεις. Ύστερα από μία ζωή όπου θα έχεις βρεθεί επειδή το αποφάσισαν κάποιοι άλλοι, και η οποία θα τερματιστεί πάλι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Δεν υπάρχει λοιπόν και ιδιαίτερος λόγος για να δράσεις. Όμως δεν χρειάζεται να ανησυχείς ότι η ζωή σου θα είναι άσκοπη. Η θρησκεία η πολιτική και η  διαφήμιση σου θα σου βρουν κάθε μέρα κάποιους καλούς  και σωστούς λόγους για να ζήσεις, ή να πεθάνεις. Λίγο λίγο ή μία κι έξω.

Εδώ βρίσκεται η ενδεικτική διαφορά μεταξύ φιλοσο-φίας και κοινωνικής διαπαιδαγώγησης. Το να διαπαιδα-γωγούν κάποιοι κοινωνικά  τους υπόλοιπους δίνοντας τους μασημένα και έτοιμα δεδομένα σωστού, λάθους είναι μία φιλοσοφία. Ώστε κάποιοι να δράσουν. Κι αυτό δεν θα συμβεί από δίψα για το καλό και το σωστό αλλά κατ’ αρ¬χήν γιατί, αν δεν δράσει κανείς θα πεθάνουμε όλοι από την πείνα, με μαθηματική ακρίβεια.

Αυτό θα ήταν το ιδανικό. Να πεθαίνουμε δηλαδή, αφήνοντας τον μάταιο ετούτο κόσμο και όλα του τα προβλήματα, με την βεβαιότητα ότι θα βρισκόμασταν στην συνέχεια κάπου αλλού όπου δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Αν ερχόταν κάποιος και μας έπειθε πως κάτι τέτοιο υπάρχει, επόμενο είναι πώς θα αναζητούσαμε τον τρόπο να βρεθούμε εκεί με τον συντομότερο και βεβαιότερο τρόπο.

Πάνω σ’ αυτό το μοντέλο στηρίζονται αρκετές θρησκείες, πολιτικές και τακτικές πολέμου όλες φυσικά  βάζοντας τις κατάλληλες συνθήκες. Όλες δηλαδή οδηγούνε στον «ιδανικό άνθρωπο». Τον άνθρωπο που αν «ζήσει έτσι» ή πεθάνει έτσι, θα ζήσει ύστερα αιώνια και φυσικά καταξιωμένος. Ο τρόπος με τον οποίο θα το καταφέρει ποικίλει όμως δεν έχει μεγάλη σημασία τελικά. Η σκοπιμότητα της δράσης είναι αυτή που μετράει. Μπορεί ένα αυτοκίνητο στην Γερμανία να το αγοράζεις πληρώνοντας χρήματα, στην Κολομβία με ένα σακουλάκι ναρκωτικά, και στην Ταϊλάνδη δίνοντας την κόρη σου στον σωματέμπορο. Όλοι αυτοκίνητο παίρνουν γιατί κρίνουν σωστό καλό και απα¬ραίτητο ότι πρέπει να το κάνουν, τα ανταλλάγματα μόνο διαφέρουν από κουλτούρα σε κουλτούρα.

Έτσι για την αιώνια ζωή και τιμή, οι Μωαμεθανοί δεν πίνουν αλκοόλ. Την ίδια στιγμή οι Αμερικανοί καταπίνουν τεράστιες ποσότητες ναρκωτικών και αλκοόλ για τον ίδιο λόγο.  Για την αιώνια ζωή και τιμή. Στα υψηλά κλιμάκια των μεγάλων εταιριών,  αν δεν αντέξουν τους ρυθμούς απλά δεν θα ευδοκιμήσουν. Αν δεν ευδοκιμήσουν δεν θα έχουν ούτε ζωή ούτε τιμή, πόσο μάλλον αιώνια.Αυτό λέει η αμερικάνικη θρησκεία του χρήματος. Προκειμένου να μην συμβούν αυτά λοιπόν τα ναρκωτικά είναι πολύ συχνό φαινόμενο στους κύκλους της δυτικής επιτυχίας, όσο για το αλκοόλ, καθημερινό.

Δύο διαφορετικοί πολιτισμοί, υιοθετούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πορείες δράσης όμως για τον ίδιο λόγο. Την αιώνια τιμή μπροστά στο Θεό. Αν δεν κατακτήσεις το χρήμα, στη δυτική θρησκεία πέφτεις σε δυσμένεια ακρι-βώς όσο και ένας Άραβας που θα μέθαγε δημόσια. Στην Αραβία για το αμάρτημά σου μπορεί να σε μαστιγώσουν μέχρι θανάτου. Όμως και στην Αμερική θα σε θάψουν σε κάποιο λάκκο, όπως όλους τους φτωχούς αφού δεν θα έχεις να πληρώσεις για μεγαλοπρεπή κηδεία. Σε περί-ληψη και στις δύο περιπτώσεις πεθαίνεις μέσα στην ντροπή.

Αν υποθέσουμε τώρα ότι υπάρχει αυτό το μοντέλο, της επόμενης  αιώνιας ζωής και τιμής, ο θάνατος εκ των πραγμάτων αποτελεί την αφετηρία του. Στα δικά μας μάτια οι κηδείες εξυπηρετούν αυτό το σκοπό. Να δείξουν στους ζωντανούς τι τιμές υπάρχουν στην πόρτα, ας το πο-ύμε έτσι, της μετέπειτα ύπαρξης τους η οποία εν προκειμένω, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την κηδεία τους. Ο κοινός άνθρωπος λοιπόν σκέφτεται πως αν η είσο¬δος είναι τόσο πανηγυρική, προφανώς η συνέχεια θα είναι ανάλογη.

Αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Γιατί η επόμενη ζωή θεωρείται αιώνια. Όλες οι θρησκείες ή πολιτικές έχουν αυτό το κοινό σημείο, παρουσιάζουν την επόμενη ζωή αιώνια. Αν έλεγαν ότι κρατάει μία μέρα και μετά γίνεσαι διακτινισμέ¬νος αέρας μέσα στο σύμπαν, κανείς δεν θα έσκαγε να ακολουθήσει τους κανόνες.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό που είναι αιώνιο είναι μόνο όσα έκαναν οι άνθρωποι εν ζωή. Μάλιστα αποδεδειγμένα, όχι στην θεωρία. Αν τοποθετήσω μία πέτρα εδώ μπροστά μου, και φύγω, μέχρι κάποιος άλλος να την μετακινήσει αυτή η πέτρα θα παραμείνει εκεί αιώνια. Αν κάποιος την μετακινήσει, η ενέργεια που θα χρειαστεί για να το κάνει, θα μεταφραστεί κι αυτή αιώνια, και θα εμπεριέχει την δική μου, μιας και έως εκεί, θα την έχω μεταφέρει εγώ. Οποιοδήποτε έργο ανθρώπου πάνω στη γη, παραμένει αιώνιο. Έως ότου κάποιος ή κάτι το καταστρέψει.

Σε λίγες μέρες έρχεται το Πάσχα. Ο δικός μας Θεός, ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε και ζει αιώνια κά-που δοξασμένος και τιμημένος από σύσσωμη την εκκλησία και την πολιτική ηγεσία του δυτικού πολιτισμού. Ο Χριστός αποτελεί το παράδειγμα του δυτικού μοντέλου ανθρώπου. Το ερώτημα που δημιουργείται από αυτήν την ιστορία είναι οι κοινωνικές της προεκτάσεις.

Αν αυτό ήταν όντως το ιδεατό μοντέλο ανθρώπου, τότε πρέπει να ακολουθηθούν όλα του τα σημεία. Όλοι πρέπει να ζήσουμε φτωχικά και να θυσιαστούμε πάνω σε κάποιο σταυρό για την ανθρωπότητα. Αν όλοι το κάνουν έτσι, την εξέλιξη του είδους μας ποιος θα την αναλάβει; Και τέλος, αυτό θα ήταν καλό;

Η ιδεολογική τεκμηρίωση του καλού και του κακού με τον εκάστοτε Θεό ή Διάβολο, χωλαίνει εν τέλει αρκετά αν την εξετάσει κανείς στην πρακτική της εφαρμογή. Μήπως υπάρχει μόνο το χρήσιμο και το άχρηστο γύρω από τα οποία περιστρέφονται όλα τα υπόλοιπα; Χρήσιμο για κάποιους, άχρηστο για κάποιους άλλους. Μήπως θα ήταν σωστότερο, να το κρίνουμε έτσι;

Για τους Ρωμαίους ας πούμε, ήταν χρήσιμος ο Χριστιανισμός το ίδιο όσο και για τους Βυζαντινούς. Και για τους δύο απετέλεσε την επαρκή δικαιολογία για να σφάξουν τους εχθρούς τους, οι μεν επειδή δεν ήταν χριστιανοί και οι δε επειδή  ήταν. Είναι κοινός τόπος ότι οι πόλεμοι γίνονται για τα εδάφη και τον πλούτο. Κι ότι εκάστοτε χρησιμοποιούνταν κάποια προσχήματα, προκειμένου κάποιοι να πάνε να σκοτωθούν γι’ αυτά τα εδάφη και των πλούτο. Επίσης είναι κοινοτοπία να πούμε ότι αυτά τα εδάφη και ο πλούτος ανήκουν σε κάποιους άλλους από αυτούς που σκοτώνονται. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα οποιοσδήποτε πόλεμος. Κανείς νεκρός δεν απήλαυσε ποτέ οποιαδήποτε ιδιοκτησία. Το ζήτημα είναι ποιος φταίει που αυτό δεν αλλάζει.

Έχει γίνει συνήθεια να κατηγορούνται οι ισχυροί της γης, για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας. Αν υποθέσουμε ότι χρειαζόταν λοιπόν μία ανώτερη δύναμη για να μας απαλλάξει από αυτούς, την απληστία και την αλαζονεία τους, την ίδια στιγμή, δεν λατρεύουμε το Θεό μας σαν κά¬ποιον που θα μπορούσε να το κάνει, αλλά σαν κάποιον που αντίθετα, σταυρώθηκε και εξευτελίστηκε από αυτούς τους ανθρώπους.

Ποια είναι η βαθύτερη αιτία που ο κόσμος, προτιμάει να το βλέπει έτσι; Μήπως το πρόγραμμα Χριστιανισμός, αυτή η αλληλοδιαδοχή σκέψεων και κρίσης που οδηγάνε σε πράξεις, έχει τελικά αρκετά λάθη; Η μήπως φτιάχτηκε σκόπιμα με αρκετά λάθη;

Είναι λογικό ότι ανάλογα με το Θεό στον οποίο πιστεύει μία κοινωνία, ανάλογα είναι και τα πρότυπα της. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι πανίσχυροι, πολεμοκάπηλοι, που διαλύουν το περιβάλλον και εξευτε-λίζουν τις μάζες προς όφελός τους. Που γεμίζουν τον πλανήτη χημικά απόβλητα προβλήματα ή νεκρούς. Κακοί άνθρωποι. Όμως στην ου¬σία αυτοί δεν κάνουν τίποτα από όλα αυτά για τα οποία κατηγορούνται. Τα κάνουν  για λογαριασμό τους κάποιοι άλλοι που είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς και μάλι¬στα πολύ πιο πρόθυμοι να τους εξυπηρετήσουν. Για να πλουτίσουν.

Ο Θεός του δυτικού κυρίως πολιτισμού είναι το χρήμα. Ο Χριστιανισμός τώρα, παρά την ποιητικότατη δραματικό¬τητα του, και την υποτιθέμενη αγνότητά του, στην ουσία είναι η μόνη θρησκεία που από καταβολής της ευλογεί το χρήμα και αναδεικνύει την παντοδυναμία της οικονομικής ισχύος.

Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς έγιναν τα γεγονότα στην πραγματικότητα, την εποχή του Χριστού, και μάλλον δεν μας ενδιαφέρει κιόλας. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι η ιστο¬ρία που διαδόθηκε ήταν πώς ο Θεός σεβάστηκε, το δικατήριο στο οποίο οδηγήθηκε αδίκως, και όχι μόνο, δέχτηκε και την ποινή θανάτωσής του όπως και όλους τους συνοδευτικούς εξευτελισμούς.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει υπέρτατη αναγνώριση στην ισχύ των Γραμματέων και Φαρισαίων της εποχής εκείνης οι οποίοι παραμένουν οι ίδιοι σε κάθε εποχή. Δεν τους έκαψε λοιπόν ο Θεός, για το θράσος τους, δεν τους εξευτέλισε για την υποκρισία τους, δεν τους εκμηδένισε, όσο ρυπαρούς και επιζήμιους και αν υποτίθεται ότι τους είπε.

Σύμφωνα με την πραγματική ιστορία τώρα, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι έκαναν τότε ότι ήθελαν, ζώντας εις βάρος του λαού και συνεργαζόμενοι συχνά με τους κατακτητές Ρωμαίους. Κάτι που δεν άλλαξε κι ας κατέβηκε ο Θεός κάτω, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται η θρησκεία μας ότι έγινε τότε. Αυτό δίνει ένα ακόμη κίνητρο σε όσους θα ήθελα να τους μοιάσουν. Ο Θεός ο ίδιος να κάθεται προσοχή, αρκεί να είσαι στην κορφή του δικαστηρίου. Να του λες ότι θες, να τον κατηγορείς με ότι ψέμα θες, και να τον κάνεις ότι θες; Τι περισσότερο θα μπορούσε να υποσχεθεί οποιοδήποτε σύστημα σαν ανταμοιβή της φιλοδοξίας στους πιστούς του;

Οι θρησκείες, όπως οι πατρίδες και τα λάβαρα, είχαν πάντα τέτοιες κραυγαλέες αντιφάσεις. Το πρώτο ίσως λά-θος που πρέπει να επισημανθεί στην εκσφαλμάτωση του Χριστιανισμού είναι ότι οι θρησκείες γενικά, δεν είναι ιδεολογικά εργαλεία φιλοσοφικής αναζήτησης για το κοινωνικά χρήσιμο και το άχρηστο. Γι’ αυτό άλλωστε και έχουν τόσο παιδαριώδη τεκμηρίωση ως προς το τι έγινε, πώς, από ποιόν και πότε.

Γιατί η τεκμηρίωση δεν έχει τόση μεγάλη σημασία. Ο Θεός και ο Διάβολος μπορεί να  μην υπάρχουν, όπως και το καλό και το κακό ουσιαστικά δεν υπάρχει. Μόνο χρή-σιμο και άχρηστο υπάρχει και αυτό στην συνέχεια είναι προφανώς καλό ή κακό σε όσους χρησιμεύει ή όχι.

Έτσι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι χρήσιμο να τρως μόνο χοιρινό, και κακό να πίνεις κρασί. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για βουνά από πιλάφια κάπου στο σύμπαν όπως επίσης κάθε άνθρωπος που τρέμει σε έναν μικρό σεισμό δεν θα μπορούσε φυσικά να δαμάσει πόσο μάλλον να εξευτελίσει και να καταδικάσει το υπέρτατο Ον αν αυτό υπάρχει. Όλα αυτά είναι μύθοι όμως το περισσότερο που προβληματίζει δεν είναι η βλακεία τους όσο η αναγκαιότητα διατήρησής τους. Ή ίσως η σκοπιμότητα δημιουργίας τους. Ότι δηλαδή έχουν φτιαχτεί για τον πόλεμο.

Δεν είμαστε Χριστιανοί επειδή αγαπάμε περισσότερο, επειδή έχουμε ασπαστεί καλύτερες αξίες ή σκεφτόμαστε ανώτερα από τα άτομα άλλων θρησκειών. Είμαστε χριστιανοί επειδή χάρη στο χριστιανισμό επικρατούμε ευκολότερα. Είναι ένα δυνατό όπλο για πόλεμο. Έχουμε περισσότερες δικαιολογίες για να σφάξουμε τους αντιπάλους μας, αφού εμείς το κάνουμε για την αγάπη όταν οι αντίπαλοι μας το κάνουν για πιλάφια και ουρί, ταπεινούς δηλαδή λόγους. Εμπνέουμε μεγαλύτερη φιλοδοξία στους πιστούς μας αφού οι κορωνίδες του συστήματός μας, μπορούν να δικάσουν και να καταδικάσουν τον ίδιο το Θεό. Τέλος είμαστε εντελώς ανελέητοι, μιας και στο όνομα όλων αυτών οι άλλοι ή θα μας υπηρετήσουν ή πρέπει να εξαφανιστούν.

Φυσικά δεν θα μας εμποδίσει ο Θεός να τους εξαφανίσουμε, ο Θεός θα κάνει ότι θέλουμε εμείς. Αυτό λέει η ιστορία που φτιάξαμε και ονομάζουμε θρησκεία μας. Αυτό θα γιορτάσουμε το Πάσχα. Ότι στην ουσία κάνουμε ότι θέλουμε. Στο μεταξύ ο Θεός και ο Διάβολος αν υπάρχουν, διασκεδάζουν κάπου με την ανόητη πίστη όλων των υπολοίπων ότι έτσι, τάχα, κτίζουμε έναν καλύτερο κόσμο. Ότι έτσι προσεγγίζουμε το καλό και το κακό.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κατ’ εξοχήν μηχανήματα σκέψης, καταλαμβάνονται από τους ιούς τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η εσφαλμένη εντολή, κατέστρεψε π.χ. τον σκληρό δίσκο, ή το μητρικό δέντρο, «καβαλάει» πάνω σε μία αποδεκτή εντολή που εκτελείται εκείνη τη στιγμή από τον υπολογιστή π.χ. παίξε αυτό το τραγούδι που κατέβασα από το Ιντερνέτ, ή δείξε μου αυτό το αρχείο.

Ο υπολογιστής δεν γνωρίζει παρά σωστό ή λάθος. Οτιδήποτε και αν κάνει το κρίνει σωστό, επιτρεπτό δηλαδή από το σύστημα του, και δίνει την έγκριση να εκτελεστεί. Αν πάνω σ’ αυτό που έχει πάρει έγκριση να εκτελεστεί, ένα τραγούδι που επιλέξαμε εμείς, ή κάποιο άλλο πρόγραμμα, υπάρχει καβαλημένος και ένας ιός, εκτελείται κι ο ιός επίσης. Τα αποτελέσματα είναι ανάλογα τον ιό.

Με τον ίδιο τρόπο επειδή ο Χριστιανισμός θα κάνει όλους, θεωρητικά, να αγαπάνε αλλήλους, και γι’ αυτό θα ήταν καλό να εφαρμοστεί γενικά, στο όνομά του όλοι οι αντιφρονούντες σφάζονται ανηλεώς. Όλα αυτά γίνονται φυσικά με σκοπό την κατάκτηση, την υποδούλωση των πληθυσμών και τον έλεγχο της ενέργειας, μόνο. Όμως χρειάζεται να υπάρχει μία άνωθεν έγκριση.

Το ενδιαφέρον στην εκσφαλμάτωση είναι ότι αυτή η αντίφαση θεωρίας και αποτελέσματος του προγράμματος Χριστιανισμός, υπήρχε εξ αρχής. Πριν καν γραφτεί στα ευαγγέλια, ή σε οποιοδήποτε άλλο ιστορικό βιβλίο, η ιστορία του ίδιου του Χριστού υπογράμμισε την αντίφαση. Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι εκμεταλλευόμενοι ακριβώς την μεγάλη αγάπη του Θεού τον σταύρωσαν. Προφανώς αν ο Θεός δεν τους αγαπούσε τόσο δεν θα τους άφηνε να τα καταφέρουν. Με μοναδική αντίδραση μία μικρή βρο-χούλα μόνο ύστερα από το θάνατο του Χριστού πάνω στο σταυρό.

Είναι λοιπόν αυτή η ιστορία, του Χριστού, ένα πανέ-μορφο κοινωνικό πρόγραμμα, γεμάτο ελπίδα και όραμα, το οποίο δυστυχώς έχει μολυνθεί και χρησιμοποιηθεί από τους τυχοδιώκτες που πάντα καπηλεύονταν κάποια ιδέα, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν την μάζα για να επικρατήσουν; Η μήπως η ιστορία γράφτηκε από την αρχή για να είναι έτσι, αντιφατική; Να είναι ολόκληρη ένας καλομελετημένος ιός; Καβαλημένος πάνω στην κυρίαρχη τάση του ανθρώπου ανεξάρτητα θρησκείας ή πολιτεύμα¬τος, να επιθυμεί πρώτα την αγάπη την ειρήνη και την συνεργασία με τον διπλανό του. Πριν από την αντιπαράθεση που όπως και να έχει, κάποιες ζημιές θα του κοστίσει;

Αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Σημασία έχει, η διαδικασία σωστού, λάθους, αυτή δηλαδή η διαδικασία υπό την οποία προκύπτει η πράξη, και έτσι το οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ο Χριστιανισμός, ύστερα από τόσα χρόνια εφαρμογής, τείνει να γίνει ταυτόσημος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας την οποία φτιάχτηκε για να εκθρονίσει. Οι Χριστιανοί κατακτάνε με πρόσχημα το Χριστιανισμό, όμως όχι με τον Χριστιανισμό.

Η ίδια εξ αρχής αντίφαση. Το πρόγραμμα που δείχνει στους ανθρώπους τον δρόμο της ειρήνης, φαίνεται να φτιάχτηκε μόνο για να δικαιολογεί τον πόλεμο. Ευλογεί τους καλούς, όταν την ίδια στιγμή,  χωρίς καμία εξαίρεση τους σταυρώνει ακριβώς επειδή, όπως και ο Χριστός τότε, δεν προβάλλουν ικανή αντίσταση. Μιλάει για την ισότητα όλων, όταν την ίδια στιγμή, ένεκα αυτής της ισότητας, δι¬καιολογεί την υποδούλωση όλων των άλλων λαών, από¬ψεων, χρωμάτων, δέρματος, ακόμα και των υπολοίπων ζώων του πλανήτη. Αρκεί, αυτός που θα τα υποδουλώσει να το κάνει για τις Χριστιανικές ιδέες και τον Χριστιανικό τρόπο ζωής.

Όλος ο πλανήτης σήμερα απειλείται από τα αποτελέσματα της ιδιότυπης πρακτικής εφαρμογής του Χριστιανισμού. Πρέπει να παραδεχτούμε ωστόσο, ότι επικρατώντας, κάποιοι πολιτισμοί, ίσως βοήθησαν την πρόοδο της αν¬θρωπότητας, περισσότερο από αν το πρόγραμμα, ειρήνη, αγάπη, αρμονία και συνεργασία, έτρεχε αλώβητο. Ίσως αν δεν εξαναγκαζόταν τόσο πολύ από τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο, το ανθρώπινο πνεύμα να μην προσπαθούσε τόσο πολύ για τις σημερινές επιστημονικές επιτεύξεις. Οπότε το ότι αντί για τον Χριστιανισμό τόσα χρόνια ίσως εκτελείτο μόνο ο ιός, η σφαγή δηλαδή ένεκα του Χριστια¬νισμού, λίγο ενδιαφέρει.

Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα δεν υπάρχει άμεση ανάγκη αρπαγής ενέργειας εδαφών πόσο μάλλον τροφής. Ειδικά τέτοια ανάγκη δεν έχουν οι χριστιανικοί πολιτισμοί, αυτοί που κάνουν τους πολέμους. Μάλιστα οι πόλεμοι γίνονται ολοένα και πιο καταστροφικοί, με αποτέλεσμα τα προσ-δοκώμενα οφέλη από αυτούς να είναι πολύ πιο αμφισβητήσιμα από το πα¬ρελθόν. Κατά πόσο δηλαδή πρόκειται να είναι περισσό¬τερα από τις ζημιές, όσα χρόνια και αν περάσουν.

Η πίστη στο δόγμα της θρησκείας μας ότι υποτιθέμενα καταδικάσαμε, εξευτελίσαμε και εκτελέσαμε τον Θεό, όμως εκείνος, επειδή κήρυσσε την θρησκεία της αγάπης, μας συγχώρεσε  είναι εκτός από παιδαριώδης και πολύ επικίνδυνη. Μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι, όσο άσχημα κι αν κάνουμε τα πράγματα, όσο και αν καταστρέψουμε τους άλλους και τον ίδιο τον πλανήτη, για τον πλουτισμό, πολεμώντας είτε τους άπιστους είτε το οικοσύστημα, o Θεός και το Συμπαν ολόκληρο θα μας συγχωρέσει. Και θα μπορούμε πάντα να τα διορθώσουμε. Κάτι που δεν ισχύει.

 baby-deer

Η μεγάλη απώλεια της σκέψης

Δεν χρειαζόμαστε κάποιους  να σώσουν τον κόσμο. Χρειαζόμαστε κάποιους να πληρώσουν κάποιους για να σώσουν τον κόσμο. Γιατί στο μεταξύ κάποιοι πληρώνουν πολλά χρήματα κάποιους για να χαλάσουν τον κόσμο. Image

Όταν δημοσίευσα το πρώτο μου άρθρο, «Η επανάσταση έχει αρχίσει» το είχα στείλει στο μεγαλύτερης κυκλοφορίας τότε περιοδικό στην Αθήνα, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Λίγες μέρες αργότερα ο εκδότης με κάλεσε στο γραφείο του για να με γνωρίσει.  Πήγα, μιλήσαμε και ύστερα από λίγο μου είπε  με ενθουσιασμό:

– Θέλω το μυαλό σου. Μου αρέσει. Ολοκλήρωσε αυτό για το Χριστό και το άλλο με τους Κλώνους και στείλτα μου. Στην συνέχεια  μου είπε πως ήταν απαραίτητο για λόγους δεοντολογίας να με γνωρίσει στον διευθυντή του.

Πήγαμε έξω και τον βρήκαμε στο διάδρομο. Ο εκδότης μας σύστησε, σφίξαμε τα χέρια, όμως ο διευθυντής του με κοίταζε λες και κοιτούσε κάποιο σκουπίδι πεταμένο στο σαλόνι του. Σκέφτηκα πως πρέπει να έφταιγε το ντύσιμό μου. Το μπλου τζιν, το πουλόβερ το μπουφάν και οι ορειβατικές μου αρβύλες κόστιζαν όλα μαζί όσα το ένα τέταρτο της αξίας του ρολογιού που φορούσε στο χέρι του.

Ύστερα ο εκδότης μας άφησε και πήγαμε στο γραφείο του διευθυντή. Ήταν ένα πλαίσιο από αλουμίνιο με τις μισές επιφάνειες από διαφανές πλεξιγκλάς αντί για γυαλί και τις άλλες μισές από ψιλή καφέ μελαμίνη με νερά για να φαίνεται σαν ξύλο,  ένας χώρος κάτι λιγότερο από τρία επί δύο μέτρα. Εκτός από το γραφείο του,  μπροστά από αυτό, δύο μικρές πολυθρόνες στριμώχνονταν τόσο πολύ που ο χώρος έμοιαζε με ευρύχωρη τουαλέτα.

Ήταν ένας απόλυτα άοσμος και άχρωμος χώρος. Ούτε βιβλία ούτε κάτι καλόγουστο ή έστω καλότεχνο δεν υπήρχε εκεί, ακόμη και τα έπιπλα ήταν εντελώς βιομηχανοποιημένα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι γραφείο διευθυντή προσωπικού σε ένα επαρχιακό, ή ίσως καλύτερα, αφρικάνικο, εργοστάσιο.

Κοτζάμ διευθυντής με τέτοιο πανάκριβο ρολόι και να έχει αυτό το μικρό κλουβί για γραφείο, σκέφτηκα. Πόση δημιουργικότητα μπορούσε να έχει κάποιος δουλεύοντας εκεί μέσα;
Σύντομα κατάλαβα πως ο διευθυντής δεν χρειαζόταν να έχει καθόλου. Η δημιουργικότητα ήταν δουλειά των γραφιστών, των συγγραφέων, ακόμα και του εκδότη του ίδιου. Ο διευθυντής του περιοδικού ήταν δημιουργικός μόνο στο να πουλάει διαφήμιση.
Την οποία κι αυτή πάλι δεν την πούλαγε ο ίδιος, οι διαφημιζόμενοι έρχονταν από μόνοι τους. Εκείνος όμως παζάρευε μαζί τους. Σ’ αυτό τουλάχιστον πρέπει να ήταν καλός, σκέφτηκα  κρίνοντας πάντα από το ρολόι του ελλείψει άλλων στοιχείων γύρω του ή στη συμπεριφορά του που να υποδηλώνουν κάποια ποιότητα, αξία ή έστω ευγένεια.

Κάθισα απέναντί του σε μία από τις στενές πολυθρόνες κι αυτός συνέχιζε να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα σαν να ήμουν μικρόβιο που χαριστικά και μόνο βρισκόμουν μαζί του σ’ αυτόν τον τόσο προνομιούχο χώρο. Εξ άλλου πράγματι χαριστικά βρισκόμουν εκεί, για να κάνω χάρη στον εκδότη που με είχε παρακαλέσει.

Με κοιτούσε αυτός τον κοιτούσα κι εγώ και σκεφτόμουν. Ήξερε άραγε ο εκδότης τι έκανε ο διευθυντής του με τους συγγραφείς  που του έστελνε, για λόγους δεοντολογίας; Όλη αυτή η απαξιωτική παράσταση του διευθυντή δηλαδή, ήταν μέρος ενός σκόπιμου προγράμματος του εκδότη, ή έμπνευση του συγκεκριμένου διευθυντή του;

Αν ήταν πρόθεση του εκδότη σκέφτηκα, και γι’ αυτό με είχε στείλει εκεί, άραγε αυτό εννοούσε όταν είχε πει ότι ήθελε το μυαλό μου; Για να το δανείσει στο διευθυντή του; Αφού όπως όλα έδειχναν ο διευθυντής του δεν ήταν σε θέση να γράψει ούτε μια γραμμή.
Τον άφησα να με εξετάσει καλά, μιας και δεν είχα κάτι να πω σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Ήλπιζα να μην είχε ούτε εκείνος και να τελειώσουμε γρήγορα. Δεν θα με πείραζε αν μου έλεγε ξαφνικά, όταν κάποτε τελείωνε την εξέτασή του, «χάρηκα πολύ δεν σας χρειάζομαι άλλο». Θα ήταν η μόνη ευνοϊκή αγένεια μέσα σε όλες τις άλλες που ανεχόμουν ήδη εκ μέρους του, για χάρη πάντα του εκδότη.

Αντί να το κάνει όμως αποφάσισε ύστερα από τρία ολό¬κληρα λεπτά να μιλήσει.
–    Εσύ τι κάνεις; Ρώτησε με ύφος αξιωματικού των Ες Ες που θα έλεγε: ξέρνα τα όλα.
–    Σκέφτομαι, του απάντησα.Οι ανθρακωρύχοι σκάβουν και οι συγγραφείς σκέφτονται, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Δεν του έθεσα το ερώτημα βέβαια, αφού ήταν προφανές ότι ο άνθρωπος είχε άλλη γνώμη για το τι πραγματικά  θα έπρεπε να κάνει ένας συγγραφέας.
–    Αυτό δεν είναι κάτι που κάνεις εσύ. Όλοι σκέφτονται, είπε κοιτάζοντας με αυτή τη φορά σαν σκουπίδι που κάνει και τον έξυπνο.
–     Ναι, μόνο που δεν σκέφτονται όλοι τα ίδια πράγματα. Εσύ ας πούμε σκέφτεσαι μόνο πόσα λεφτά θα βγάλεις. Αυτή είναι μια σκέψη που στην πραγματικότητα μπορεί να μην χρησιμεύει ούτε και σε σένα ακόμη.
–     Δηλαδή αυτά που σκέφτεσαι εσύ μου χρησιμεύουν;
–     Φυσικά, θα μπορούσαν, του είπα χαμογελώντας, βέ-βαιος ότι του είχα χαρίσει μόλις την ευτυχία.

Ο διευθυντής όμως θύμωσε. Δεν ξέρω αν ήταν εκείνη τη στιγμή ή το ίδιο έκανε με όλους τους συγγραφείς, που αποφάσισε να μου αποδείξει πόσο άδικο είχα. Πώς η σκέψη μου ήταν άχρηστη και δεν χρησίμευε σε κανέναν,  μιας και για να χρησιμεύσει θα έπρεπε κάποιοι κάπου να την διαβάσουν. Και ότι έγραφα θα το έκρινε και θα το ενέκρινε πρώτα εκείνος. από του οποίου την διάθεση εξαρτιό¬ταν αν θα την διάβασε οποιοσδήποτε. Ο οποίος προφανώς ήδη δεν με ενέκρινε.

Όμως γι’ αυτό τουλάχιστον το άρθρο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα αφού το είχε ήδη επιλέξει ο εκδότης. Έτσι τον επόμενο μήνα το άρθρο δημοσιεύτηκε. Και εκεί γνώρισα το επόμενο σκέλος της συγγραφικής πραγματικότητας.

Ο εκδότης είχε δεσμευτεί στην κουβέντα μας ότι θα το πληρώσει καλά, γιατί του άρεσε πολύ η σκέψη μου όπως είπε. Το ότι δεν υποκρινόταν φάνηκε και από τη δημοσί-ευση του κειμένου μου που έγινε σε περίοπτη θέση στο περιοδικό παρά που εμφανιζόμουν για πρώτη φορά σε έντυπο.

Ο διευθυντής ωστόσο το έκανε το καψώνι του. Με ανά-γκασε να τον καλέσω 5-6 φορές για την πληρωμή. Τελικά ύστερα από μια εβδομάδα του είπα να τελειώνει με την υπόθεση αυτή και αν σκοπεύει ή όχι να με πληρώσει. Μου είπε πως βεβαίως και θα με πλήρωνε, να περνούσα να πάρω τα χρήματά μου την επομένη.

Εκεί, σε μία σύντομη συζήτηση, και ενώ προσπαθούσε απεγνωσμένα να φανεί πιο ευγενικός από την προηγούμενη συνάντησή μας, μου πέταξε αυτό που ήθελε. Πως θα έπρεπε να είμαι πολύ χαρούμενος που πληρωνόμουν για το άρθρο μου. Τον κοίταξα έκπληκτος. Τότε μου είπε ότι στην ουσία μου έκανε διαφήμιση η οποία και αυτή πλη¬ρώνεται κι εγώ αντί να πληρώσω πληρωνόμουν κιόλας.

Βγαίνοντας από τις εγκαταστάσεις του περιοδικού έπεσα στη σκέψη. Όταν δημοσίευες στα περιοδικά σου έκαναν διαφήμιση, όταν δεν δημοσίευες δεν σου έκαναν. Αυτό ήταν όλο κι όλο που μπορούσε να βγει, η ουσία που έλεγε και ο διευθυντής, από το γράψιμο άρθρων. Και τα χρήματα; Η αξία, η ανταμοιβή;

Αν δεν δημοσίευες δεν πληρωνόσουν φυσικά ότι και αν σκεφτόσουν, όμως όπως τα έλεγε αυτός, δεν πληρωνόσουν ακόμη και αν δημοσίευες. Τότε, τι επαγγελματική υπό¬σταση μπορούσε να έχει το να πουλάς σκέψη στα περιοδικά; Οι συγγραφείς θα έπρεπε να γράφουν μόνο βιβλία.

Αυτή ήταν η πρώτη μου παρεξήγηση σχετικά με το εμπόριο άρθρων. Δεν ήξερα από περιοδικά ποικίλης ύλης και life style είναι η αλήθεια. Δεν τα διάβαζα ούτε είχα επαφή με εκδότες περιοδικών έως τότε. Είχα όμως σχηματίσει την εντύπωση, βλέποντας τα πολυτελή και προσεγμένα εξώφυλλα τους και τους πηχυαίους τίτλους τους, πως αν είχες κάποια σημαντική σκέψη εκεί έπρεπε να δημοσιεύσεις. Για να  παρουσιαστεί αυτή η σκέψη σε ένα ευρύ κοινό άμεσα, σωστά και να έχει το ανάλογο κύρος και απήχηση. Τα περιοδικά από τους τίτλους τους, φαίνονταν να είναι το λίκνο των σύγχρονων σκέψεων και τάσεων. Αυτή η δεύτερη παρεξήγηση  σχετικά με τα life style  ΜΜΕ ήταν πολύ μεγαλύτερη από την πρώτη.

Μετά το περιστατικό με τον διευθυντή στο μικρό γρα-φείο αγόρασα αρκετά τέτοια περιοδικά κι έκανα μια έρευνα για να δω γιατί συγκλονίστηκε αυτός ο άνθρωπος τόσο όταν του είπα τι κάνω. Ότι δηλαδή σκεφτόμουν πριν γράψω κάτι όσο και με την πρόθεσή μου ύστερα να πληρωθώ γι’ αυτό.

Εκεί παρατήρησα πώς οι συγγραφείς των άρθρων στα περιοδικά life style διαμόρφωναν τα άρθρα τους έτσι ώστε να ταιριάζουν σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Κατά ένα περίεργο τρόπο όλα τα άρθρα ακόμη και περιοδικών διαφορετικών εκδοτικών οργανισμών, επικοινωνούσαν στον αναγνώστη τελικά το ίδιο τελικό ή απώτερο νόημα. Για την πολιτική, για τη φιλοσοφία, για τον πολιτισμό, για το ποια πρόσωπα και πράγματα αξίζουν και γιατί, όλοι έγραφαν με έναν τρόπο, που πρέπει να καταχωρηθεί σαν μία τέχνη της εποχής μας. Πως να γράφεις ένα ολόκληρο κείμενο χωρίς στο τέλος να έχεις θίξει τίποτα και κανέναν !

Δεν θα έβρισκες ποτέ μέσα στα περιοδικό ποικίλης ύλης κάποιο άρθρο του Ντοστογιέφσκι, του Ρεμάρκ, του Έσσε ή του Χέμινγκγουεη. Δεν υπήρχαν προσωπικότητες στα περιοδικά ποικίλης ύλης, παρά που εγώ εκεί περίμενα να τις βρω. Επειδή ήταν όμορφα και εντυπωσιακά και οι τίτλοι τους έδειχναν μεγάλη διανοητική ανησυχία.

Δεν υπήρχε καν σκέψη. Δεν θα αγόραζες ποτέ αυτό το περιοδικό και όχι κάποιο άλλο, επειδή εκεί έγραφε κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας. Μπορεί όμως να το αγόραζες γιατί αυτή που έγδυνε αυτό το περιοδικό έναντι του άλλου, σου άρεσε περισσότερο ή ήταν πιο διάσημη από τις άλλες που γδύνονταν στα άλλα. Ή γιατί το CD  που χάριζε αυτό το περιοδικό είχε κατά τύχη το τραγούδι που έψαχνες.

Όμως κανένα δεν θα είχε το άρθρο που έψαχνες. Για να το διαβάσεις και να ανέβεις ψυχολογικά και νοητικά. Να νοιώσεις ότι υπάρχει κάποια ελπίδα αφού υπάρχει ακόμη σκέψη. Τα κείμενα απλά συνέδεαν το εξώφυλλο με τα δώρα και φυσικά τις διαφημίσεις, όπως το τσιμέντο συνδέει τα τούβλα. Κι έμοιαζαν όλα σαν να ήταν συνταγές μαγειρικής όπου από περιοδικό σε περιοδικό μόνο μικροδιαφορές στο ψήσιμο και στα υλικά έβρισκες στην συνταγή για τα μπιφτέκια ας πούμε. Όμως για μπιφτέκια έγραφαν, όχι για την κόλαση του Δάντη.

Ίσως και να ήταν αναπόφευκτο αυτό, σκέφτηκα, έτσι όπως όλοι οι αρθρογράφοι προσπαθούσαν να πουν με διαφορετικό τρόπο το τίποτα, για να μην ξεφύγουν από τη νοητή γραμμή που χάραζε μια αόρατη πλην όμως σαφής λογοκρισία. Άλλος γιατί έτσι διαφημιζόταν με σκοπό να πουλήσει στη συνέχεια κάποιο βιβλίο και πολλοί περισσό¬τεροι άλλοι αρθρογράφοι, επειδή ακριβώς δεν είχαν τίποτα να πουν. Σ’ αυτούς τους έβγαινε τόσο φυσικά το τίποτα, που τους προσλάμβαναν για μόνιμους. Αφού κάποιος που ξέρει ότι δεν μπορεί να γράψει τίποτα, δέχεται να δουλεύει επί ένα ολόκληρο μήνα γράφοντας ή κάνοντας ότι άλλο του πούνε σε ένα περιοδικό με την αμοιβή που είχα πάρει εγώ για ένα μόνο άρθρο.

Όμως με το σύστημα αυτό, οι κοινωνικοί προβληματισμοί κατάντησαν τελικά πραγματικές συνταγές στα περιοδικά ποικίλης ύλης. Τόσο πολύ μάλιστα που ακόμη και οι τίτλοι των περιοδικών συχνά, το παρατηρούσα τώρα, ακολουθούσαν αυτή τη φιλοσοφία.
Συνήθως τα νούμερα στις δοσολογίες υπονοούσαν κάτι σχετικά με το περιεχόμενο της συνταγής ώστε να κινούν το ενδιαφέρον. Εξηνταεννέα τρόποι να έχετε σούπερ ορ-γασμό παραδείγματος χάριν. Δέκα εντολές που δεν πρέπει να παραβείτε στον γάμο. Και ούτω καθ’ εξής.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο διευθυντής στο μικρό γραφείο έκανε τελικά καλά τη δουλειά του κι ας εκνευρίστηκα με τη στάση του. Πουλούσε διαφήμιση ο άνθρωπος. Αν δεν με υποτιμούσε και εξακολουθούσα με τον αέρα του Κνουτ Χάμσουν, φυσικά θα του χρέωνα όλα μου τα άρθρα όσο μου πλήρωσε και το πρώτο.

Όμως αυτός δεν χρειαζόταν άρθρα σαν το πρώτο. Ούτε εκείνο θα δημοσίευε αν δεν άρεσε τόσο πολύ στον εκδότη. Είχε πολλά τζάμπα άρθρα, και λίγο τον ενδιέφερε τι έγραφε οποιοδήποτε από αυτά. Δεν πουλούσε άποψη στα περιοδικά του, πουλούσε την δική του άποψη μέσα από αυτά. Ότι δηλαδή το κοινό είναι ηλίθιο, και αν οι συγγραφείς έδιναν τζάμπα τα άρθρα τους και δεν έλεγαν τίποτα για κανέναν δεν πείραζε κανέναν.

Οι αναγνώστες το περιοδικό θα το αγόραζαν για την διάσημη που έγδυναν μέσα τουλάχιστον έτσι υποστήριζε το σύγχρονο μάρκετινγκ. Αυτή ναι, θα την πλήρωναν για να τα βγάλει όλα. Δικαιολογούνταν τα έξοδα από τις υποτιθέμενες πωλήσεις που θα προέκυπταν. Πέραν του ότι θα την πήδαγαν και όλοι μαζί. Εμένα εκτός του ότι θα μου έκαναν διαφήμιση, δεν ήταν σίγουροι ότι θα είχα τόσο τράβηγμα όσο η γυμνή, και δεν θα με πήδαγαν κιόλας. Υστερούσα σημαντικά σε διαπραγματευτική ισχύ.

Ωστόσο, επειδή έγραφα καλά και αν ήμουν καλό παιδί μπορούσα προφανώς και εγώ να δημοσιεύω δωρεάν αν το ήθελα. Με την προϋπόθεση να μην γράφω πολύ πρωτό-τυπα πράγματα ή απόψεις και προκαλώ σκέψεις στο κοι-νό τώρα που υποτίθεται είχανε βρει το κουμπί του.

Αυτό με προκάλεσε σαν συγγραφέα να συγκεντρώσω όλα τα άρθρα και τους στοχασμούς που θα δημοσίευα σε κάποια άλλη εποχή στα περιοδικά, αν επιτρεπόταν και αν με πλήρωναν, και να δοκιμάσω αυτό ακριβώς που το μάρκετινγκ των περιοδικών υποστήριζε. Ότι δηλαδή το κοινό ενδιαφέρεται μόνο αν έγδυσαν ή πήδηξαν την τάδε διάσημη και ότι ούτε σκέπτεται ούτε, ακόμη περισσότερο, του αρέσει να σκέπτεται για όσα συμβαίνουν γύρω του και όσα του πουλάνε σαν πραγμα-τικότητα.

Έτσι τελικά έφτιαξα ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, που αναφέρεται σε διάφορα θέματα που κατ’ εξοχήν ρυθμίζουν την καθημερινότητά μας, χωρίς όμως τις διαφημίσεις απορρυπαντικών καλλυντικών και αυτοκινήτων και χωρίς τη διάσημη γυμνή μέσα. Για να δω τι θα γίνει.

Είναι βέβαια μία πρωτότυπη μάχη, τα CD οι σουγιάδες και η κάθε πλούσια πουτάνα από τη μία και όλες οι σύγχρονες ανησυχίες και η σκέψη από την άλλη, και θα έλεγε κανείς γιατί το έκανα. Γιατί δεν έγραψα ένα μυθιστόρημα με σεξ, βία, χρήμα, πόλεμο, ίντριγκα, προδοσία, πάθος και πόνο, να βγάλω και εγώ τα λεφτά μου στα σίγουρα και να ησυχάσω;

Το έκανα για να λύσω ένα ερώτημα που με είχε απα-σχολήσει πολύ πριν ακόμα γνωρίσω τον διευθυντή στο μικρό γραφείο. Ήταν τα ΜΜΕ που διαμόρφωσαν το διανοη¬τικό τέλμα που επικρατούσε ήδη, και στην συνέχεια γιγα¬ντώθηκε τόσο που απείλησε να καταπιεί κυριολεκτικά όλο τον πολιτισμό; Στην αδυναμία τους να πληρώσουν και έτσι να παρουσιάσουν αξιόλογα κείμενα και σκέψεις; Ή μήπως ήταν το κοινό που έφτιαξε τα ΜΜΕ αυτά που ήταν με την αγοραστική του προτίμηση; Αγοράζοντας καθημερινά χι¬λιάδες αντίτυπα εφημερίδων και περιοδικών, επιμελώς γεμάτα με το τίποτα; Και χρηματοδοτώντας έτσι με τερά¬στια ποσά καθημερινά την παγκόσμια βλακεία.

Ήταν ένα ερώτημα για την ανθρώπινη φύση βέβαια. Ήταν δηλαδή η πλειοψηφία που τραβούσε προς την σκέψη, τον πολιτισμό και την εξέλιξη, και μια μειοψηφία τώρα, δια της διαφήμισης, εμπόδιζε όλο τον κόσμο, ή αντίθετα η μειοψηφία είχε βρει επιτέλους τρόπο να χρη-ματοδοτήσει τα δικά της προσωπικά σχέδια, με τον οβολόν ανθρώπων που δεν θα τον έδιναν για τίποτε άλλο; Χαρίζο¬ντας τους το τίποτα που εκείνοι ήταν;

Αν όμως η ανθρώπινη φύση ήταν όντως έτσι, και κατ’ επέκταση ήταν και η πλειοψηφία της, τότε το ίδιο θα ζητούσε και ο κόσμος όταν η διαφήμιση δεν είχε γίνει ακό-μη τόσο παντοδύναμη. Κι ο Ντοστογιέφσκυ δεν θα πουλούσε. Ούτε ο Ντίκενς πριν από αυτόν και η Τζέην Ωστιν, ούτε ο Καζαντζάκης μετά από αυτόν ο Σαμαράκης και ο Παπαδιαμάντης και ο Τσιφόρος και τόσοι άλλοι. Δεκάδες συγγραφείς που σκέφτονταν και ο κόσμος αγα-πούσε διάβαζε και ανέπτυσσε και τη δική του σκέψη επί¬σης. Πριν τη γενιά του τίποτα.

Οι διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς διαφημίζονται δω-ρεάν, το μάρκετινγκ βρήκε τρόπο ώστε τα περιοδικά να μην μοιάζουν με διαφημιστικά του σούπερ μάρκετ, χώνοντας δωρεάν άρθρα ανάμεσα στις διαφημίσεις, και το κοινό αγοράζει πρόθυμα όλη την παραγωγή αρκεί να του βάλεις ένθετο κάποιο «λαγό». Φαίνεται σαν ένας εμπορικός κύκλος όπου όλοι είναι ικανοποιημένοι.
Βέβαια αυτό είναι σχετικό μιας και με αυτές τις διαδι-κασίες, κι αν δεν έχει γίνει ακόμη, σύντομα, κάθε σκέψη θα εξαφανιστεί. Συμπαρασύροντας κάθε ελπίδα για οποιεσδήποτε αλλαγές ή λύσεις και ρίχνοντας μας όλους σε ένα διανοητικό και πολιτισμικό τέλμα πολύ πιο μα¬κροχρόνιο και από του μεσαίωνα.

Υπάρχουν οι ενδιαφέρουσες σκέψεις, οι κατάλληλες λύσεις. Πάντα υπήρχαν γιατί η ανθρώπινη φύση πάντα τις δημιουργούσε. Δεν σημαίνει ότι χάλασε ο κόσμος και εξαφανίστηκαν ξαφνικά όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, επειδή απλά σήμερα δεν πληρώνονται οπότε δεν δημοσι-εύουν. Μπορεί να μην παράγουν καν. Γιατί κανένα ΜΜΕ δεν προωθεί τη σκέψη τους, οπότε κατά συνέπεια κι αυτοί δεν αμείβονται αντίστοιχα γι’ αυτήν. Σημαίνει ότι αυτό που έχουμε είναι αυτό που όλοι μας σε κάθε εποχή κα¬θημερινά χρηματοδοτούμε. Με προϊόντα υπηρεσίες και σκέψεις βέβαια που αγοράζουμε. Λίγο λίγο ο κάθε ένας και με τεράστια ποσά όλοι μαζί. Αυτά υπάρχουν, γιατί έχουν τους πόρους ώστε να επιβιώσουν και να αναπτυ¬χθούν. Τα άλλα απλά εξαφανίζονται.

Το πού μπορεί βέβαια να καταλήξει ένας κόσμος που ούτε γράφει ούτε διαβάζει ούτε σκέφτεται, και ούτε, το κυριότερο πληρώνει, την σκέψη και τις λύσεις που χρειάζεται, αυτό παρουσιάζεται στα διηγήματα  που ακολουθούν. Με την ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει.