Η επανάσταση έχει αρχίσει

child workingΌλοι περιμένουν κάτι να γίνει. Να  έρθει ο Αντίχριστος να έρθει ο Μεσσίας, να έρθει η Αποκάλυψη. Η κοινή διαί­σθηση είναι σωστή, όλοι περιμένουν μία κοσμογονική αλ­λαγή άσχετα αν αυτή μεταφράζεται (συνήθως) με θρη­σκευτικά μηνύματα ή προσδοκίες. Όμως ίσως είναι πιο λογικό να δώσουμε στις εξελίξεις πού έρχονται απλές αν­θρώπινες και καθημερινές ερμηνείες, άλλωστε πάντα έτσι ήταν. Γιατί η επανάσταση έχει αρχίσει πάλι. Χωρίς τυμπα­νοκρουσίες και λάβαρα, μία φορά, χωρίς πάθος. Παρ’ όλ’ αυτά τώρα έχει μάλλον περισσότερο γούστο, αν το δει κα­νείς με μία νότα αισιοδοξίας.

Παγκόσμια προβλήματα μπορεί να λύνονται με απλή αριθμητική. Είναι μία σκέψη. Αφού όλες οι φιλοσοφικές θεωρίες δεν δείχνουν να οδηγούν σε εξηγήσεις, ίσως μία απλή προσέγγιση να μπορεί.

Το 1920 για να σκαφτούν τα θεμέλια ενός σπιτιού χρειάζονταν 20 εργάτες να σκάβουν για 20 μέρες. Αντί­θετα το 1960 ένας εργάτης με μία μπουλντόζα τα έσκαβε σε μία μέρα. Αυτό σημαίνει πώς το 1960 οι υπόλοιποι 19 εργάτες θα έμεναν άνεργοι για 19 μέρες εκτός και αν κτί­ζονταν ξαφνικά 19 φορές περισσότερα σπίτια στα ίδια χρο­νικά διαστήματα.

Τότε, τα καινούργια σπίτια ήταν πραγματικά αρκετά, ύστερα από τον πόλεμο. Όμως το 16ωρο έγινε 8ωρο όχι για τους «αγώνες του λαού» αλλά για τους ταπεινούς λό­γους πού προαναφέραμε και έτσι μόνον τα καινούργια σπίτια είναι σήμερα μόνο 19 φορές περισσότερα από τότε και όχι 38.

Βέβαια κάποια στιγμή η ανοικοδόμηση σταμάτησε, και έτσι επανήλθε το πρόβλημα.
«Τι θα τους κάνουμε όλους αυτούς» αναρωτήθηκαν οι κυβερνήσεις, «θα τους αφήσουμε στον δρόμο να φωνά­ζουνε; Σε λίγο να αρχίσουνε να κλέβουν όσα δεν μπορούν να βγάλουν για να ζήσουν.»

Η κατάσταση άρχιζε μόλις να γίνεται πιεστική. Οι 8 ώρες όμως δεν έγιναν 4.  Γιατί δεν υπήρχε κάποιο σύ­στημα. Έτσι όσοι δεν έβρισκαν δουλειά σε άλλους άρχισαν να «φτιάχνουν» δικές τους δουλειές. Στην αρχή αυτά ήταν καινούργια καταναλωτικά είδη. Προέκυψαν κατασκευά­σματα όπως π.χ. τσιπς, τσίχλες και πολλά άλλα, είδη έως τότε άχρηστα στην καθημερινή μας ζωή. Η διαφήμιση με τη σειρά της τα εγκαθίδρυσε σαν «απαραίτητα». Δουλειές λοιπόν στα άχρηστα καινούργια είδη για να γίνουν «χρή­σιμα», δουλειές και στην διαφήμιση που υποστήριζε την πώλησή τους, κτίστηκαν κι αυτά τα «σπίτια» ας το πούμε έτσι, στέγασαν εργασιακά και έθρεψαν κάποιες μάζες, αφεντικά και υπαλλήλους.

Ο κόσμος τώρα πού άρχισε να τα αγοράζει όλα αυτά σε καθημερινή η περιοδική βάση, άρχισε σταδιακά να χρει­άζεται περισσότερα χρήματα για να μπορεί να το κάνει. Έτσι έγιναν ακόμη περισσότεροι αυτοί πού, για να έχουν περισσότερα, φτιάχνανε ένα δικό τους είδος, «πιο» καλό, «πιο» αυτό η «πιο»  το άλλο από τα προηγούμενα, με σκοπό να πουλήσουν κι αυτοί κάτι και να βγάλουν περισ­σότερα για να μπορούν ύστερα να καταναλώσουν  περισ­σότερα.

Στον οικοδομικό τομέα, τα καινούργια σπίτια κατα­σκευάστηκαν μοντέρνα με πιο επιστημονικές αρχές, πράγμα πού δεν προδιέθετε την αντικατάστασή τους σύ­ντομα. Η λύση στην αγορά εργασίας πού προσέφερε ως προς αυτό το σημείο ο πόλεμος και η καταστροφή των πά­ντων, πέρασε σύντομα και επανήλθαμε λίγο πολύ στο ίδιο σημείο.
Όμως όχι ακριβώς στο ίδιο σημείο. Δεύτερος σοβαρός παράγων διαβίωσης, και συνεπώς αγοράς και προσφοράς εργασίας είναι τα τρόφιμα. Εκεί κι αν πολλαπλασιάστηκαν οι άνεργοι. Το 1920 για να θεριστεί ένα χωράφι καλα­μπόκι σχετικά μεγάλο χρειάζονταν 30 άτομα για μία βδο­μάδα. από τουλάχιστον το 1960 χρειάζονται μία θεριζοα­λωνιστική μηχανή για μία μέρα. Πάλι χιλιάδες οι άνεργοι.

Βέβαια αρχικά μέχρι να κατασκευαστούν οι μπουλ­ντόζες και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές, χρειάστηκαν πάλι πολλά εργατικά χέρια, στα εργοστάσια κατασκευής των μηχανημάτων αυτών. Με μικρότερους ρυθμούς βέ­βαια όμως βοηθούσης και της μετατροπής από 16ωρο σε 8ωρο ισοσταθμιζόταν η κατάσταση.
Φτιάχτηκαν όμως κάποια στιγμή και ύστερα ήρθαν οι υπολογιστές τα ρομποτικά και οι αυτοματισμοί. Εκεί πια δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο στην ανεργία. Το σύστημα άρχισε να κατασκευάζει μετά μανίας κάθε είδους και­νούργια «τέχνη» , κάθε είδους καινούργιο είδος και εργα­σία προσπαθώντας ταυτόχρονα με χιλιάδες άλλες «θέσεις εργασίας» να το πουλήσει.

Και μέχρι εκεί πάλι καλά ήταν. Μόνο που όλα αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη ταχύ­τητα κύκλου παραγωγής- πώλησης- κατανάλωσης. Δια του ανταγωνισμού,(υπάρχουν πλέον 100 κατασκευαστές τσί­χλας και όχι ένας), η τιμή άρχισε να μειώνεται. Κατιούσης της τιμής, δεδομένου ότι εδώ μιλάμε για εμπορικό κέρδος και όχι για πρακτική χρησιμότητα, άρχισε να αυξάνεται η ανάγκη για ολοένα και «πιο γρήγορη» πώληση, ούτως ώστε το τελικό αποτέλεσμα σε χρήμα στην ίδια χρονική περίοδο να είναι τουλάχιστον το ίδιο.

Στην αρχή αυτό έδειχνε να λύνει μέρος του προβλήμα­τος της απασχόλησης, δημιουργώντας ολοένα και πιο πο­λυάριθμα τμήματα πωλήσεων. Γρήγορα όμως τελείωσε κι αυτό, με την μαζική διαφήμιση από τα Μέσα. Οι πωλητές έπαιρναν πολύ μεγάλες προμήθειες για τις ποσότητες πού πουλούσαν  σε σχέση με τις ποσότητες που πουλούσαν τα Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Οι προμήθειες των πω­λητών άρχισαν να πέφτουν αφού δεν ήταν πλέον τόσο πο­λύτιμοι. Οι πωλητές άρχισαν είτε να μένουν άνεργοι είτε να μην πουλάνε ελλείψει κινήτρου. Συγχρόνως η επιχει­ρήσεις που δεν μπορούσαν να τους καταργήσουν εντελώς επιβαρύνονταν κι άλλο στα λειτουργικά τους κόστη από την ελαττωματική τους επίδοση.

Πολλοί πωλητές στράφηκαν στα Μέσα. Τα Μέσα από την πλευρά τους όμως δεν μπορούσαν να απασχολήσουν όλους τους πωλητές και το όλο πράγμα άρχισε να παίρνει την κατηφόρα. Όλοι προσπαθούσαν να πουλήσουν φθηνό­τερα, (αλλιώς δεν θα πουλούσαν καθόλου), με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν τα Μέσα ολοένα και περισσότερο. Στο μεταξύ από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση, όλες οι βαθμίδες στο πνεύμα της επιτάχυνσης κι αυτές, άρχισαν να αναζητούν ολοένα φθηνότερους τρόπους παραγωγής. Στην αρχή ήταν τα μεροκάματα, πού σε σχέση με το κα­θημερινό κόστος ζωής άρχισαν να φθίνουν σταθερά. Στην συνέχεια ήρθαν και τα ρομπότ.

Το αποτέλεσμα είναι πώς σήμερα μεγάλη μάζα ανθρώ­πινου δυναμικού έχει αρχίσει να καταναλώνει σημαντικά λιγότερο είτε γιατί δεν βγάζει τίποτα είτε γιατί έμειναν άνεργοι. Αυτό ανεβάζει και άλλο το διαφημιστικό κόστος ώστε από την ολοένα συρρικνούμενη μερίδα αγοράς να πουλήσουν τελικά οι ισχυρότεροι, αυτοί δηλαδή που μπο­ρούν να πουλήσουν κι άλλο φτηνότερα ώστε να «πείσουν» τους οικονομικά ασθενείς πλέον να καταναλώσουν.
Φυσικά για να γίνει αυτό οι πληρωμές μειώθηκαν κι άλλο, ωθώντας ακόμη πιο γρήγορα τον κύκλο πραγμάτων μία και δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και έτσι ακόμη μικρότερη δυνατότητα κατανάλωσης. Όσοι δεν αντέχουν κλείνουν ή «συγχωνεύονται» πουλιούνται δη­λαδή, αν είναι τυχεροί, ώστε τουλάχιστον ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης να ζήσει καλά. Όμως όσο πιο συγκεντρωτική γίνεται η παραγωγή τόσο πιο δυσμενείς γίνονται οι συνθή­κες για τους εργαζόμενούς της, οι οποίοι μειώνουν πάλι με τη σειρά τους το γενικό δυναμικό κατανάλωσης που θα έκανε τη ρόδα χρηματοδότηση – παραγωγή – κατανάλωση να αρχίσει να γυρίζει. Ακριβώς δηλαδή σαν ένα αυτοκί­νητο σφηνωμένο στη λάσπη που όσο περισσότερο σπινάρει η ρόδα τόσο πιο βαθιά μέσα στο χώμα βυθίζεται.

Τα λεγόμενα «άχρηστα» καταναλωτικά είδη δέχτηκαν πρώτα την μπόρα μία και στην ανάγκη ο άνθρωπος πρώτα τα περιττά κόβει. Έτσι οι άνεργοι πλήθυναν κι άλλο. Άδειασε λίγο ο τόπος και ο ανταγωνισμός περιορίστηκε, όμως η κατανάλωση παρέμενε σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Για να ωθηθούν στην κατανάλωση οι φτωχοί άρ­χισαν να πέφτουν οι τιμές ραγδαία, με την αφαίρεση αυτή τη φορά του κόστους της διαφήμισης πού δεν χρειαζόταν και τόσο τώρα πια πού οι ανταγωνιστές είχαν πεθάνει η κλείσει. Έτσι και οι διαφημιστές άρχισαν να μένουν άνερ­γοι σιγά-σιγά, και να καταναλώνουν κι αυτοί λιγότερο.

Ένας τρίτος παράγων των εξελίξεων μετά την στέγαση και την τροφή είναι η ενέργεια. Σήμερα παράγεται σε πολύ μεγαλύτερη αφθονία και με πολύ μικρότερο κόπο απ’ ότι στις αρχές του αιώνα. Αυτό αφήνει πάλι πολλούς ανθρώπους χωρίς δουλειά αντικαθιστώντας τους ολοένα με μηχανές και τεχνολογική υποδομή, συστήματα που πάλι έχουν ήδη κατασκευαστεί στην βάση τους τις προηγούμε­νες δεκαετίες και έτσι δεν απασχολούν πλέον τόσο σημα­ντικά ποσοστά ανέργων.

Ο τελευταίος σημαντικός παράγοντας εξελίξεων είναι ο πόλεμος. Δεν υπάρχει. Όσο κι αν φαίνεται κυνικό, ο πό­λεμος είναι η βάση της άνθισης της μεταπολεμικής κοινω­νίας. Μίας κοινωνίας χαρούμενης δημιουργικής, πού έκανε λεφτά, έκτισε σπίτια και είχε ελάχιστα ψυχολογικά προβλήματα. Μία άνετη κοινωνία πού απόλαυσε την ζωή, πού δεν ένοιωσε ποτέ μελλοθάνατη και πού η ποιότητα και η μεστότητά της φαίνεται στην τέχνη η οποία ύστερα από ένα σημείο, κοντά στο ’70 μοιάζει να έμεινε για πάντα στα προηγούμενα. Το 1970 αν ρωτούσες οποιονδήποτε αν θα ήθελε να δει κάποιον 65 χρονών να τραγουδάει ροκ, γεμάτος κοκαΐνη για να κρατηθεί όρθιος θα σε έλεγε του­λάχιστον διεστραμμένο. Σήμερα μόνο αυτό υπάρχει δια­θέσιμο, όχι από διαστροφή, αλλά από έλλειψη οτιδήποτε άλλου. Δεν παράγεται πλέον ζωντάνια.

Ο πόλεμος διέλυε τα πάντα και έτσι «βρισκόταν» δου­λειά. Το θέμα είναι πώς τουλάχιστον ο τελευταίος πόλεμος ήταν φρικαλέος. Κανείς δεν θέλει να προβεί σε τέτοιου εί­δους λύσεις του αδιαχώρητου της ανεργίας σήμερα. Το πρόβλημα λύθηκε τότε ας πούμε «αυτόματα». Γκρεμίστη­καν όλα, τα ξανακτίσαμε όλα. Τώρα όλα είναι κτισμένα και έτοιμα να μας υπηρετήσουν. Είναι φυσικό να τίθεται πρόβλημα απασχόλησης. Δεν υπάρχει και τόσο έντονος λόγος πλέον να φτιάχνουμε και να φτιάχνουμε. Αυτό απ’ ότι φαίνεται είναι το μόνο πρόβλημα πού αρνείται να «χω­νέψει» το σύστημα του 8ώρου εργασίας.

«Δηλαδή τι;» λένε πιθανότατα οι κυβερνήσεις. «Θα αρά­ξουν όλοι και δεν θα κάνουν τίποτα;»
Και όμως τι να κάνουν διάολε; Τι άλλο θα φτιαχτεί; από την πολλή μας ανεργία, έχουμε κατασκευάσει μέχρι και σεξουαλικές παραλλαγές κάθε είδους, πολιτικές και φιλο­σοφικές ομάδες κάθε είδους, ψάχνοντας, όλο ψάχνοντας να βρούμε κάτι να πουλάει. Ο καταναλωτισμός όπως κάθε συνθήκη ύστερα από το σημείο κορεσμού του, αρχίζει να παρακμάζει. Έχουμε εισέλθει από καιρό στην εποχή των παραλλαγών των πρωτοτύπων που είμαστε σε θέση να δη­μιουργήσουμε. Μόνο η πληροφορική μπορεί να υποσχε­θεί πρωτοτυπία σήμερα και η φιλοσοφία. Η δεύτερη αν της επιτραπεί βέβαια.

Ο πρώτος άνθρωπος φοβόταν την βροχή, την φωτιά αποδεκατιζόταν κυριολεκτικά από την πείνα, τα άγρια θη­ρία και τις αρρώστιες. Έπειτα δεν υπήρχε αρκετή τροφή, έπειτα δεν υπήρχε αρκετή στέγη, και τέλος δεν υπήρχε αρκετή ενέργεια. Σήμερα δόξα τω Θεό έχουμε απ’ όλα σε αφθονία, χάρη στην επιστήμη, την τεχνολογία και την πληροφορική. Πραγματικά δεν χρειάζεται να κοπιάζουμε πια τόσο πολύ. Όμως για να τα χαρούμε χρειαζόμαστε την κατάλληλη φιλοσοφία σαν κοινωνική γραμμή. Κι αυτές τις γραμμές τις καθορίζει πάντα, (και θα τις καθορίζει) το σύ­στημα προσφοράς – αμοιβής εργασίας που έχει οδηγήσει σήμερα στην κατάσταση που υφίσταται της «ακινητοποιη­μένης» κατανάλωσης.

Μακάρι να μπορούσα με ένα άρθρο να επηρεάσω αυ­τούς από τους οποίους πάντα θα εξαρτάται η τύχη του πο­λιτισμού μας. Σε πείσμα πολλών επαναστατών πιστεύω ότι όλα πάντα καθοριζόντουσαν από την αρχή. Πιστεύω μάλι­στα ότι είναι εντελώς μάταιο να βγει κανείς στο δρόμο δια­δηλώνοντας και βλάπτοντας έτσι τις φωνητικές του χορδές και ίσως, αν επέμβουν οι ειδικές δυνάμεις, και τη σωμα­τική του ακεραιότητα. Αρκεί να μην αγοράζει χίλια πε­ριττά πράγματα και έχει ήδη επαναστατήσει. Το πιο αστείο είναι ότι αυτό το κάνει έτσι κι αλλιώς.

Ειρωνικό… Όλοι ψυχανεμιζόμαστε πώς κάπου υπάρχει πρόβλημα με τις αξίες μας και με τα συστήματά μας όμως ίσως τα πράγματα είναι πολύ απλά και δεν τα βλέπουμε επειδή βρίσκονται μπροστά μας. Μπήκαμε στην εποχή της ευδαιμονίας, ύστερα από αιώνες ταλαιπωρίας και τυ­ραννίας από τα στοιχεία τις φύσης και τις ελαττωμένες σωματικές μας δυνατότητες. Όπως μειώθηκαν παλαιότερα οι αντιξοότητες επιβίωσης έτσι και τώρα οι 8 απαραίτητες ώρες δραστηριότητας έχουν γίνει ουσιαστικά 4.  Όλες τις υπόλοιπες ώρες τις αναπληρώσαμε είτε με μηχανές είτε με τεχνολογία.

Ίσως αυτό φαίνεται εξωφρενικό και όμως είναι αλήθεια. Οι ίδιοι μισθοί για 4 ώρες εργασίας δεν θα φέρουν απα­ραίτητα την καταστροφή. Δημιουργούν αυτόματα μία τε­ράστια καταναλωτική μάζα η οποία σήμερα δεν κατανα­λώνει παρά μόνον τα απαραίτητα. Διπλασιάζουν σχεδόν τις πωλήσεις. Αμέσως πολλαπλασιάζουν τις θέσεις εργασίας για την ικανοποίηση αυτών των πωλήσεων.  Επίσης οι δια­θέσιμες ελεύθερες ώρες δημιουργούν ένα ολόκληρο εμπό­ριο από είδη διασκέδασης και ελεύθερου χρόνου. Τα είδη αυτά μάλιστα αποτελούν τον κύριο όγκο του εμπορίου και της προσφοράς εργασίας εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πού η αφθονία ενέργειας και υποδομής είναι πλέον γεγονός. Αλίμονο αν περιμένουμε ολόκληρη κοινωνία να κινηθεί από την κατανάλωση πού θα κάνουν οι εργαζόμενοι στα κρέατα, στα γάλατα και στα τρόφιμα γενικά.

Η αγωνία της συγκέντρωσης ολοένα και περισσότερου κέρδους είναι στην ουσία μία παγίδα. Οι πολλοί λίγοι πού θα «επιζήσουν» ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα έχουν γίνει λίπα­σμα, όσα χρήματα κι αν έχουν, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες πωλήσεων χιλιά­δων καταστημάτων ρούχων, διασκέδασης, και άλλων κα­θαρά καταναλωτικών αγαθών. Δεν μπορεί π.χ. ένας εκα­τομμυριούχος να πάει σε 50 μαγαζιά και να ψωνίσει και στα 50. Και να το κάνει κάθε μέρα !!!  Άμα το έκανε πάλι δεν θα υπήρχε πρόβλημα, όμως εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να το κάνει, έτσι μάλλον δεν θα έπρεπε να περι­μένουμε από εκεί την λύση.

Υπάρχει μία διάχυτη αγωνία σε όλο τον κόσμο για τις πωλήσεις πού πέφτουν. Τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μία κωμικοτραγική ιστορική στιγμή όπου το χρήμα θα πρέπει, με κάποιους τρόπους, πλην όμως δωρεάν, να πα­ρασχεθεί πάλι στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, ώστε αυτό να συνεχίσει να καταναλώνει και συνεπώς να λειτουργεί. Οι ενδείξεις αυτών των τάσεων είναι εμφανείς. Δώρα πα­ντού, «δώρα» ακόμη και για την αγορά ενός περιοδικού του 500ρικου. Σε λίγο ένας Θεός ξέρει τι θα πρέπει να δώ­σουμε για να πουλήσουμε. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι τώρα οι μισοί δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί περιμένο­ντας να πουλήσουν στους άλλους μισούς πού δεν έχουν δουλειά καθόλου , άρα ούτε και  λεφτά.

Η Αποκάλυψη δεν θα έρθει με κοσμογονία αλλά με μαθηματικά. Η ακριβής χρονική της στιγμή είναι μάλλον όταν με ένα Skip θα παίρνουμε πλέον δώρο και άλλο ένα, από το αζήτητο μέχρι σήμερα στοκ.

«29 εκατομμύρια πρώην ιδιοκτήτες πλυντηρίων (γιατί τα πούλησαν για να ζήσουν) συνιστούν σαπούνι. Αυτοί ξέ­ρουν»

Μέσα σε όλον αυτό τον εξευτελισμό ατόμων και προϊό­ντων, οι τράπεζες κάνουν ακόμη χειρότερη την κατάσταση. Δανείζουν προς όλες τις κατευθύνσεις, υποχρεώνοντας όμως πολύ περισσότερο από όσο εξυπηρετούν. Τον Δε­κέμβριο ’94 δόθηκαν 250,000 καταναλωτικά δάνεια γύρω στο 1 εκ. Αλήθεια αυτός πού, επειδή έβγαζε όσα έβγαζε, δεν είχε λεφτά για να πάρει δώρα στα παιδιά του, πού θα βρήκε τον Δεκ. 95 να πάρει και τα δώρα και να πληρώσει και το τοκοχρεολύσιο; Φυσικά δεν πήρε κι άλλο δάνειο για να πληρώσει το πρώτο, οι τράπεζες είναι συνεννοημέ­νες μεταξύ τους. Θα πουλήσει λοιπόν ή θα παραχωρήσει. Το αυτοκίνητο, το σπίτι, το οικόπεδο, κάτι θα πάει στην τράπεζα. Ύστερα, επειδή τα χρήματα πού δανείστηκε μάλ­λον δεν του έλυσαν το πρόβλημα της ζωής του, θα ξανα­γυρίσουν κι αυτά  τελικά στην τράπεζα και εκεί θα σταμα­τήσει ο κύκλος του χρήματος.

Στο τέλος οι τράπεζες θα έχουν όλα τα οικόπεδα, θα ελέγχουν τις περισσότερες επιχειρήσεις και θα έχουν μα­ζέψει όλα τα λεφτά του κόσμου. Και μετά τι; Θα βγούνε και θα αρχίσουν να τα μοιράζουν στον κόσμο πάλι μήπως και αρχίσει να καταναλώνει;

«Η επανάσταση έχει αρχίσει». Χωρίς αίματα και βαρβα­ρότητες αυτή τη φορά όμως με το ίδιο πάντα αποτέλεσμα. Την αναγκαστική ανακατανομή του πλούτου. Η κορυφή στηρίζεται στην βάση. Σήμερα αντί για να επαναστατήσεις αρκεί να μην αγοράσεις. Το πιο αστείο είναι πώς δεν χρει­άζεται να έχεις την παραμικρή ιδεολογική τοποθέτηση για να το κάνεις. Απλά δεν μπορείς να αγοράσεις. Για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου μία επανάσταση έχει τό­σους πολλούς επαναστάτες. Χωρίς καν να το ξέρουν.

Έχουμε φτάσει σαν πολιτισμός στο ιδανικό όριο κόπου-απόλαυσης των 4 ωρών εργασίας (με λιγότερες ώρες εργα­σίας θα πεθαίναμε από την πλήξη). Εμείς τώρα αντί για να βάλουμε τις μηχανές να δουλεύουνε για μάς, αυτές πού τόσες χιλιετηρίδες μας πήρε για να φτιάξουμε, (αλήθεια γιατί τις φτιάχναμε;) προσπαθούμε να γίνουμε οι ίδιοι μη­χανές για να παράγουμε φθηνότερα. Όμως οι μηχανές ούτε τρώνε, ούτε διασκεδάζουν ούτε δυστυχούν. Έτσι κι αλλιώς δεν αγοράζουν. Όμως εμείς χρειαζόμαστε πωλή­σεις. Η κατανάλωση κάνει τη ζωή πιο ποιοτική πέραν του ότι «ξεκολλάει το αμάξι». Ζούμε έναν μίζερο κόσμο από βλακεία.

Η μόνη επανάσταση πού χρειάζεται ο κόσμος είναι μία γερή φιλοσοφική επανάσταση, μία υπέρβαση στον τρόπο σκέψης αυτών που διοικούν και καθορίζουν το κοινωνικό σύστημα και τις εξελίξεις.  Μαζί με όσους ευχαρίστως δέ­χονται έναντι αμοιβής να τους εξυπηρετήσουν αδιακρίτως των επιπτώσεων. Ίσως καταλάβουν όλοι αυτοί πως το ση­μερινό σύστημα είναι καταδικασμένο έτσι κι αλλιώς και το αλλάξουν.  Μπορούν με το κατάλληλο κίνητρο. Αυτό ίσως είναι ότι αν δεν το αλλάξουν το μόνο που θα έρθει είναι μαζί με τα κάτω να σαπίσουν κάποια στιγμή και τα επάνω. Κι αυτό δεν συμφέρει κανέναν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s