Η μεγάλη απώλεια της σκέψης

Δεν χρειαζόμαστε κάποιους  να σώσουν τον κόσμο. Χρειαζόμαστε κάποιους να πληρώσουν κάποιους για να σώσουν τον κόσμο. Γιατί στο μεταξύ κάποιοι πληρώνουν πολλά χρήματα κάποιους για να χαλάσουν τον κόσμο. Image

Όταν δημοσίευσα το πρώτο μου άρθρο, «Η επανάσταση έχει αρχίσει» το είχα στείλει στο μεγαλύτερης κυκλοφορίας τότε περιοδικό στην Αθήνα, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Λίγες μέρες αργότερα ο εκδότης με κάλεσε στο γραφείο του για να με γνωρίσει.  Πήγα, μιλήσαμε και ύστερα από λίγο μου είπε  με ενθουσιασμό:

– Θέλω το μυαλό σου. Μου αρέσει. Ολοκλήρωσε αυτό για το Χριστό και το άλλο με τους Κλώνους και στείλτα μου. Στην συνέχεια  μου είπε πως ήταν απαραίτητο για λόγους δεοντολογίας να με γνωρίσει στον διευθυντή του.

Πήγαμε έξω και τον βρήκαμε στο διάδρομο. Ο εκδότης μας σύστησε, σφίξαμε τα χέρια, όμως ο διευθυντής του με κοίταζε λες και κοιτούσε κάποιο σκουπίδι πεταμένο στο σαλόνι του. Σκέφτηκα πως πρέπει να έφταιγε το ντύσιμό μου. Το μπλου τζιν, το πουλόβερ το μπουφάν και οι ορειβατικές μου αρβύλες κόστιζαν όλα μαζί όσα το ένα τέταρτο της αξίας του ρολογιού που φορούσε στο χέρι του.

Ύστερα ο εκδότης μας άφησε και πήγαμε στο γραφείο του διευθυντή. Ήταν ένα πλαίσιο από αλουμίνιο με τις μισές επιφάνειες από διαφανές πλεξιγκλάς αντί για γυαλί και τις άλλες μισές από ψιλή καφέ μελαμίνη με νερά για να φαίνεται σαν ξύλο,  ένας χώρος κάτι λιγότερο από τρία επί δύο μέτρα. Εκτός από το γραφείο του,  μπροστά από αυτό, δύο μικρές πολυθρόνες στριμώχνονταν τόσο πολύ που ο χώρος έμοιαζε με ευρύχωρη τουαλέτα.

Ήταν ένας απόλυτα άοσμος και άχρωμος χώρος. Ούτε βιβλία ούτε κάτι καλόγουστο ή έστω καλότεχνο δεν υπήρχε εκεί, ακόμη και τα έπιπλα ήταν εντελώς βιομηχανοποιημένα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι γραφείο διευθυντή προσωπικού σε ένα επαρχιακό, ή ίσως καλύτερα, αφρικάνικο, εργοστάσιο.

Κοτζάμ διευθυντής με τέτοιο πανάκριβο ρολόι και να έχει αυτό το μικρό κλουβί για γραφείο, σκέφτηκα. Πόση δημιουργικότητα μπορούσε να έχει κάποιος δουλεύοντας εκεί μέσα;
Σύντομα κατάλαβα πως ο διευθυντής δεν χρειαζόταν να έχει καθόλου. Η δημιουργικότητα ήταν δουλειά των γραφιστών, των συγγραφέων, ακόμα και του εκδότη του ίδιου. Ο διευθυντής του περιοδικού ήταν δημιουργικός μόνο στο να πουλάει διαφήμιση.
Την οποία κι αυτή πάλι δεν την πούλαγε ο ίδιος, οι διαφημιζόμενοι έρχονταν από μόνοι τους. Εκείνος όμως παζάρευε μαζί τους. Σ’ αυτό τουλάχιστον πρέπει να ήταν καλός, σκέφτηκα  κρίνοντας πάντα από το ρολόι του ελλείψει άλλων στοιχείων γύρω του ή στη συμπεριφορά του που να υποδηλώνουν κάποια ποιότητα, αξία ή έστω ευγένεια.

Κάθισα απέναντί του σε μία από τις στενές πολυθρόνες κι αυτός συνέχιζε να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα σαν να ήμουν μικρόβιο που χαριστικά και μόνο βρισκόμουν μαζί του σ’ αυτόν τον τόσο προνομιούχο χώρο. Εξ άλλου πράγματι χαριστικά βρισκόμουν εκεί, για να κάνω χάρη στον εκδότη που με είχε παρακαλέσει.

Με κοιτούσε αυτός τον κοιτούσα κι εγώ και σκεφτόμουν. Ήξερε άραγε ο εκδότης τι έκανε ο διευθυντής του με τους συγγραφείς  που του έστελνε, για λόγους δεοντολογίας; Όλη αυτή η απαξιωτική παράσταση του διευθυντή δηλαδή, ήταν μέρος ενός σκόπιμου προγράμματος του εκδότη, ή έμπνευση του συγκεκριμένου διευθυντή του;

Αν ήταν πρόθεση του εκδότη σκέφτηκα, και γι’ αυτό με είχε στείλει εκεί, άραγε αυτό εννοούσε όταν είχε πει ότι ήθελε το μυαλό μου; Για να το δανείσει στο διευθυντή του; Αφού όπως όλα έδειχναν ο διευθυντής του δεν ήταν σε θέση να γράψει ούτε μια γραμμή.
Τον άφησα να με εξετάσει καλά, μιας και δεν είχα κάτι να πω σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Ήλπιζα να μην είχε ούτε εκείνος και να τελειώσουμε γρήγορα. Δεν θα με πείραζε αν μου έλεγε ξαφνικά, όταν κάποτε τελείωνε την εξέτασή του, «χάρηκα πολύ δεν σας χρειάζομαι άλλο». Θα ήταν η μόνη ευνοϊκή αγένεια μέσα σε όλες τις άλλες που ανεχόμουν ήδη εκ μέρους του, για χάρη πάντα του εκδότη.

Αντί να το κάνει όμως αποφάσισε ύστερα από τρία ολό¬κληρα λεπτά να μιλήσει.
–    Εσύ τι κάνεις; Ρώτησε με ύφος αξιωματικού των Ες Ες που θα έλεγε: ξέρνα τα όλα.
–    Σκέφτομαι, του απάντησα.Οι ανθρακωρύχοι σκάβουν και οι συγγραφείς σκέφτονται, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Δεν του έθεσα το ερώτημα βέβαια, αφού ήταν προφανές ότι ο άνθρωπος είχε άλλη γνώμη για το τι πραγματικά  θα έπρεπε να κάνει ένας συγγραφέας.
–    Αυτό δεν είναι κάτι που κάνεις εσύ. Όλοι σκέφτονται, είπε κοιτάζοντας με αυτή τη φορά σαν σκουπίδι που κάνει και τον έξυπνο.
–     Ναι, μόνο που δεν σκέφτονται όλοι τα ίδια πράγματα. Εσύ ας πούμε σκέφτεσαι μόνο πόσα λεφτά θα βγάλεις. Αυτή είναι μια σκέψη που στην πραγματικότητα μπορεί να μην χρησιμεύει ούτε και σε σένα ακόμη.
–     Δηλαδή αυτά που σκέφτεσαι εσύ μου χρησιμεύουν;
–     Φυσικά, θα μπορούσαν, του είπα χαμογελώντας, βέ-βαιος ότι του είχα χαρίσει μόλις την ευτυχία.

Ο διευθυντής όμως θύμωσε. Δεν ξέρω αν ήταν εκείνη τη στιγμή ή το ίδιο έκανε με όλους τους συγγραφείς, που αποφάσισε να μου αποδείξει πόσο άδικο είχα. Πώς η σκέψη μου ήταν άχρηστη και δεν χρησίμευε σε κανέναν,  μιας και για να χρησιμεύσει θα έπρεπε κάποιοι κάπου να την διαβάσουν. Και ότι έγραφα θα το έκρινε και θα το ενέκρινε πρώτα εκείνος. από του οποίου την διάθεση εξαρτιό¬ταν αν θα την διάβασε οποιοσδήποτε. Ο οποίος προφανώς ήδη δεν με ενέκρινε.

Όμως γι’ αυτό τουλάχιστον το άρθρο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα αφού το είχε ήδη επιλέξει ο εκδότης. Έτσι τον επόμενο μήνα το άρθρο δημοσιεύτηκε. Και εκεί γνώρισα το επόμενο σκέλος της συγγραφικής πραγματικότητας.

Ο εκδότης είχε δεσμευτεί στην κουβέντα μας ότι θα το πληρώσει καλά, γιατί του άρεσε πολύ η σκέψη μου όπως είπε. Το ότι δεν υποκρινόταν φάνηκε και από τη δημοσί-ευση του κειμένου μου που έγινε σε περίοπτη θέση στο περιοδικό παρά που εμφανιζόμουν για πρώτη φορά σε έντυπο.

Ο διευθυντής ωστόσο το έκανε το καψώνι του. Με ανά-γκασε να τον καλέσω 5-6 φορές για την πληρωμή. Τελικά ύστερα από μια εβδομάδα του είπα να τελειώνει με την υπόθεση αυτή και αν σκοπεύει ή όχι να με πληρώσει. Μου είπε πως βεβαίως και θα με πλήρωνε, να περνούσα να πάρω τα χρήματά μου την επομένη.

Εκεί, σε μία σύντομη συζήτηση, και ενώ προσπαθούσε απεγνωσμένα να φανεί πιο ευγενικός από την προηγούμενη συνάντησή μας, μου πέταξε αυτό που ήθελε. Πως θα έπρεπε να είμαι πολύ χαρούμενος που πληρωνόμουν για το άρθρο μου. Τον κοίταξα έκπληκτος. Τότε μου είπε ότι στην ουσία μου έκανε διαφήμιση η οποία και αυτή πλη¬ρώνεται κι εγώ αντί να πληρώσω πληρωνόμουν κιόλας.

Βγαίνοντας από τις εγκαταστάσεις του περιοδικού έπεσα στη σκέψη. Όταν δημοσίευες στα περιοδικά σου έκαναν διαφήμιση, όταν δεν δημοσίευες δεν σου έκαναν. Αυτό ήταν όλο κι όλο που μπορούσε να βγει, η ουσία που έλεγε και ο διευθυντής, από το γράψιμο άρθρων. Και τα χρήματα; Η αξία, η ανταμοιβή;

Αν δεν δημοσίευες δεν πληρωνόσουν φυσικά ότι και αν σκεφτόσουν, όμως όπως τα έλεγε αυτός, δεν πληρωνόσουν ακόμη και αν δημοσίευες. Τότε, τι επαγγελματική υπό¬σταση μπορούσε να έχει το να πουλάς σκέψη στα περιοδικά; Οι συγγραφείς θα έπρεπε να γράφουν μόνο βιβλία.

Αυτή ήταν η πρώτη μου παρεξήγηση σχετικά με το εμπόριο άρθρων. Δεν ήξερα από περιοδικά ποικίλης ύλης και life style είναι η αλήθεια. Δεν τα διάβαζα ούτε είχα επαφή με εκδότες περιοδικών έως τότε. Είχα όμως σχηματίσει την εντύπωση, βλέποντας τα πολυτελή και προσεγμένα εξώφυλλα τους και τους πηχυαίους τίτλους τους, πως αν είχες κάποια σημαντική σκέψη εκεί έπρεπε να δημοσιεύσεις. Για να  παρουσιαστεί αυτή η σκέψη σε ένα ευρύ κοινό άμεσα, σωστά και να έχει το ανάλογο κύρος και απήχηση. Τα περιοδικά από τους τίτλους τους, φαίνονταν να είναι το λίκνο των σύγχρονων σκέψεων και τάσεων. Αυτή η δεύτερη παρεξήγηση  σχετικά με τα life style  ΜΜΕ ήταν πολύ μεγαλύτερη από την πρώτη.

Μετά το περιστατικό με τον διευθυντή στο μικρό γρα-φείο αγόρασα αρκετά τέτοια περιοδικά κι έκανα μια έρευνα για να δω γιατί συγκλονίστηκε αυτός ο άνθρωπος τόσο όταν του είπα τι κάνω. Ότι δηλαδή σκεφτόμουν πριν γράψω κάτι όσο και με την πρόθεσή μου ύστερα να πληρωθώ γι’ αυτό.

Εκεί παρατήρησα πώς οι συγγραφείς των άρθρων στα περιοδικά life style διαμόρφωναν τα άρθρα τους έτσι ώστε να ταιριάζουν σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Κατά ένα περίεργο τρόπο όλα τα άρθρα ακόμη και περιοδικών διαφορετικών εκδοτικών οργανισμών, επικοινωνούσαν στον αναγνώστη τελικά το ίδιο τελικό ή απώτερο νόημα. Για την πολιτική, για τη φιλοσοφία, για τον πολιτισμό, για το ποια πρόσωπα και πράγματα αξίζουν και γιατί, όλοι έγραφαν με έναν τρόπο, που πρέπει να καταχωρηθεί σαν μία τέχνη της εποχής μας. Πως να γράφεις ένα ολόκληρο κείμενο χωρίς στο τέλος να έχεις θίξει τίποτα και κανέναν !

Δεν θα έβρισκες ποτέ μέσα στα περιοδικό ποικίλης ύλης κάποιο άρθρο του Ντοστογιέφσκι, του Ρεμάρκ, του Έσσε ή του Χέμινγκγουεη. Δεν υπήρχαν προσωπικότητες στα περιοδικά ποικίλης ύλης, παρά που εγώ εκεί περίμενα να τις βρω. Επειδή ήταν όμορφα και εντυπωσιακά και οι τίτλοι τους έδειχναν μεγάλη διανοητική ανησυχία.

Δεν υπήρχε καν σκέψη. Δεν θα αγόραζες ποτέ αυτό το περιοδικό και όχι κάποιο άλλο, επειδή εκεί έγραφε κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας. Μπορεί όμως να το αγόραζες γιατί αυτή που έγδυνε αυτό το περιοδικό έναντι του άλλου, σου άρεσε περισσότερο ή ήταν πιο διάσημη από τις άλλες που γδύνονταν στα άλλα. Ή γιατί το CD  που χάριζε αυτό το περιοδικό είχε κατά τύχη το τραγούδι που έψαχνες.

Όμως κανένα δεν θα είχε το άρθρο που έψαχνες. Για να το διαβάσεις και να ανέβεις ψυχολογικά και νοητικά. Να νοιώσεις ότι υπάρχει κάποια ελπίδα αφού υπάρχει ακόμη σκέψη. Τα κείμενα απλά συνέδεαν το εξώφυλλο με τα δώρα και φυσικά τις διαφημίσεις, όπως το τσιμέντο συνδέει τα τούβλα. Κι έμοιαζαν όλα σαν να ήταν συνταγές μαγειρικής όπου από περιοδικό σε περιοδικό μόνο μικροδιαφορές στο ψήσιμο και στα υλικά έβρισκες στην συνταγή για τα μπιφτέκια ας πούμε. Όμως για μπιφτέκια έγραφαν, όχι για την κόλαση του Δάντη.

Ίσως και να ήταν αναπόφευκτο αυτό, σκέφτηκα, έτσι όπως όλοι οι αρθρογράφοι προσπαθούσαν να πουν με διαφορετικό τρόπο το τίποτα, για να μην ξεφύγουν από τη νοητή γραμμή που χάραζε μια αόρατη πλην όμως σαφής λογοκρισία. Άλλος γιατί έτσι διαφημιζόταν με σκοπό να πουλήσει στη συνέχεια κάποιο βιβλίο και πολλοί περισσό¬τεροι άλλοι αρθρογράφοι, επειδή ακριβώς δεν είχαν τίποτα να πουν. Σ’ αυτούς τους έβγαινε τόσο φυσικά το τίποτα, που τους προσλάμβαναν για μόνιμους. Αφού κάποιος που ξέρει ότι δεν μπορεί να γράψει τίποτα, δέχεται να δουλεύει επί ένα ολόκληρο μήνα γράφοντας ή κάνοντας ότι άλλο του πούνε σε ένα περιοδικό με την αμοιβή που είχα πάρει εγώ για ένα μόνο άρθρο.

Όμως με το σύστημα αυτό, οι κοινωνικοί προβληματισμοί κατάντησαν τελικά πραγματικές συνταγές στα περιοδικά ποικίλης ύλης. Τόσο πολύ μάλιστα που ακόμη και οι τίτλοι των περιοδικών συχνά, το παρατηρούσα τώρα, ακολουθούσαν αυτή τη φιλοσοφία.
Συνήθως τα νούμερα στις δοσολογίες υπονοούσαν κάτι σχετικά με το περιεχόμενο της συνταγής ώστε να κινούν το ενδιαφέρον. Εξηνταεννέα τρόποι να έχετε σούπερ ορ-γασμό παραδείγματος χάριν. Δέκα εντολές που δεν πρέπει να παραβείτε στον γάμο. Και ούτω καθ’ εξής.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο διευθυντής στο μικρό γραφείο έκανε τελικά καλά τη δουλειά του κι ας εκνευρίστηκα με τη στάση του. Πουλούσε διαφήμιση ο άνθρωπος. Αν δεν με υποτιμούσε και εξακολουθούσα με τον αέρα του Κνουτ Χάμσουν, φυσικά θα του χρέωνα όλα μου τα άρθρα όσο μου πλήρωσε και το πρώτο.

Όμως αυτός δεν χρειαζόταν άρθρα σαν το πρώτο. Ούτε εκείνο θα δημοσίευε αν δεν άρεσε τόσο πολύ στον εκδότη. Είχε πολλά τζάμπα άρθρα, και λίγο τον ενδιέφερε τι έγραφε οποιοδήποτε από αυτά. Δεν πουλούσε άποψη στα περιοδικά του, πουλούσε την δική του άποψη μέσα από αυτά. Ότι δηλαδή το κοινό είναι ηλίθιο, και αν οι συγγραφείς έδιναν τζάμπα τα άρθρα τους και δεν έλεγαν τίποτα για κανέναν δεν πείραζε κανέναν.

Οι αναγνώστες το περιοδικό θα το αγόραζαν για την διάσημη που έγδυναν μέσα τουλάχιστον έτσι υποστήριζε το σύγχρονο μάρκετινγκ. Αυτή ναι, θα την πλήρωναν για να τα βγάλει όλα. Δικαιολογούνταν τα έξοδα από τις υποτιθέμενες πωλήσεις που θα προέκυπταν. Πέραν του ότι θα την πήδαγαν και όλοι μαζί. Εμένα εκτός του ότι θα μου έκαναν διαφήμιση, δεν ήταν σίγουροι ότι θα είχα τόσο τράβηγμα όσο η γυμνή, και δεν θα με πήδαγαν κιόλας. Υστερούσα σημαντικά σε διαπραγματευτική ισχύ.

Ωστόσο, επειδή έγραφα καλά και αν ήμουν καλό παιδί μπορούσα προφανώς και εγώ να δημοσιεύω δωρεάν αν το ήθελα. Με την προϋπόθεση να μην γράφω πολύ πρωτό-τυπα πράγματα ή απόψεις και προκαλώ σκέψεις στο κοι-νό τώρα που υποτίθεται είχανε βρει το κουμπί του.

Αυτό με προκάλεσε σαν συγγραφέα να συγκεντρώσω όλα τα άρθρα και τους στοχασμούς που θα δημοσίευα σε κάποια άλλη εποχή στα περιοδικά, αν επιτρεπόταν και αν με πλήρωναν, και να δοκιμάσω αυτό ακριβώς που το μάρκετινγκ των περιοδικών υποστήριζε. Ότι δηλαδή το κοινό ενδιαφέρεται μόνο αν έγδυσαν ή πήδηξαν την τάδε διάσημη και ότι ούτε σκέπτεται ούτε, ακόμη περισσότερο, του αρέσει να σκέπτεται για όσα συμβαίνουν γύρω του και όσα του πουλάνε σαν πραγμα-τικότητα.

Έτσι τελικά έφτιαξα ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, που αναφέρεται σε διάφορα θέματα που κατ’ εξοχήν ρυθμίζουν την καθημερινότητά μας, χωρίς όμως τις διαφημίσεις απορρυπαντικών καλλυντικών και αυτοκινήτων και χωρίς τη διάσημη γυμνή μέσα. Για να δω τι θα γίνει.

Είναι βέβαια μία πρωτότυπη μάχη, τα CD οι σουγιάδες και η κάθε πλούσια πουτάνα από τη μία και όλες οι σύγχρονες ανησυχίες και η σκέψη από την άλλη, και θα έλεγε κανείς γιατί το έκανα. Γιατί δεν έγραψα ένα μυθιστόρημα με σεξ, βία, χρήμα, πόλεμο, ίντριγκα, προδοσία, πάθος και πόνο, να βγάλω και εγώ τα λεφτά μου στα σίγουρα και να ησυχάσω;

Το έκανα για να λύσω ένα ερώτημα που με είχε απα-σχολήσει πολύ πριν ακόμα γνωρίσω τον διευθυντή στο μικρό γραφείο. Ήταν τα ΜΜΕ που διαμόρφωσαν το διανοη¬τικό τέλμα που επικρατούσε ήδη, και στην συνέχεια γιγα¬ντώθηκε τόσο που απείλησε να καταπιεί κυριολεκτικά όλο τον πολιτισμό; Στην αδυναμία τους να πληρώσουν και έτσι να παρουσιάσουν αξιόλογα κείμενα και σκέψεις; Ή μήπως ήταν το κοινό που έφτιαξε τα ΜΜΕ αυτά που ήταν με την αγοραστική του προτίμηση; Αγοράζοντας καθημερινά χι¬λιάδες αντίτυπα εφημερίδων και περιοδικών, επιμελώς γεμάτα με το τίποτα; Και χρηματοδοτώντας έτσι με τερά¬στια ποσά καθημερινά την παγκόσμια βλακεία.

Ήταν ένα ερώτημα για την ανθρώπινη φύση βέβαια. Ήταν δηλαδή η πλειοψηφία που τραβούσε προς την σκέψη, τον πολιτισμό και την εξέλιξη, και μια μειοψηφία τώρα, δια της διαφήμισης, εμπόδιζε όλο τον κόσμο, ή αντίθετα η μειοψηφία είχε βρει επιτέλους τρόπο να χρη-ματοδοτήσει τα δικά της προσωπικά σχέδια, με τον οβολόν ανθρώπων που δεν θα τον έδιναν για τίποτε άλλο; Χαρίζο¬ντας τους το τίποτα που εκείνοι ήταν;

Αν όμως η ανθρώπινη φύση ήταν όντως έτσι, και κατ’ επέκταση ήταν και η πλειοψηφία της, τότε το ίδιο θα ζητούσε και ο κόσμος όταν η διαφήμιση δεν είχε γίνει ακό-μη τόσο παντοδύναμη. Κι ο Ντοστογιέφσκυ δεν θα πουλούσε. Ούτε ο Ντίκενς πριν από αυτόν και η Τζέην Ωστιν, ούτε ο Καζαντζάκης μετά από αυτόν ο Σαμαράκης και ο Παπαδιαμάντης και ο Τσιφόρος και τόσοι άλλοι. Δεκάδες συγγραφείς που σκέφτονταν και ο κόσμος αγα-πούσε διάβαζε και ανέπτυσσε και τη δική του σκέψη επί¬σης. Πριν τη γενιά του τίποτα.

Οι διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς διαφημίζονται δω-ρεάν, το μάρκετινγκ βρήκε τρόπο ώστε τα περιοδικά να μην μοιάζουν με διαφημιστικά του σούπερ μάρκετ, χώνοντας δωρεάν άρθρα ανάμεσα στις διαφημίσεις, και το κοινό αγοράζει πρόθυμα όλη την παραγωγή αρκεί να του βάλεις ένθετο κάποιο «λαγό». Φαίνεται σαν ένας εμπορικός κύκλος όπου όλοι είναι ικανοποιημένοι.
Βέβαια αυτό είναι σχετικό μιας και με αυτές τις διαδι-κασίες, κι αν δεν έχει γίνει ακόμη, σύντομα, κάθε σκέψη θα εξαφανιστεί. Συμπαρασύροντας κάθε ελπίδα για οποιεσδήποτε αλλαγές ή λύσεις και ρίχνοντας μας όλους σε ένα διανοητικό και πολιτισμικό τέλμα πολύ πιο μα¬κροχρόνιο και από του μεσαίωνα.

Υπάρχουν οι ενδιαφέρουσες σκέψεις, οι κατάλληλες λύσεις. Πάντα υπήρχαν γιατί η ανθρώπινη φύση πάντα τις δημιουργούσε. Δεν σημαίνει ότι χάλασε ο κόσμος και εξαφανίστηκαν ξαφνικά όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, επειδή απλά σήμερα δεν πληρώνονται οπότε δεν δημοσι-εύουν. Μπορεί να μην παράγουν καν. Γιατί κανένα ΜΜΕ δεν προωθεί τη σκέψη τους, οπότε κατά συνέπεια κι αυτοί δεν αμείβονται αντίστοιχα γι’ αυτήν. Σημαίνει ότι αυτό που έχουμε είναι αυτό που όλοι μας σε κάθε εποχή κα¬θημερινά χρηματοδοτούμε. Με προϊόντα υπηρεσίες και σκέψεις βέβαια που αγοράζουμε. Λίγο λίγο ο κάθε ένας και με τεράστια ποσά όλοι μαζί. Αυτά υπάρχουν, γιατί έχουν τους πόρους ώστε να επιβιώσουν και να αναπτυ¬χθούν. Τα άλλα απλά εξαφανίζονται.

Το πού μπορεί βέβαια να καταλήξει ένας κόσμος που ούτε γράφει ούτε διαβάζει ούτε σκέφτεται, και ούτε, το κυριότερο πληρώνει, την σκέψη και τις λύσεις που χρειάζεται, αυτό παρουσιάζεται στα διηγήματα  που ακολουθούν. Με την ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει.

Advertisements

2 thoughts on “Η μεγάλη απώλεια της σκέψης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s