Εγώ και ο κλώνος μου

man-scull-l-olivierΕίμαι 530 ετών και νοιώθω λιγάκι κουρασμένος. Πρέ­πει να πάω κάτω στο ψυγείο να ελέγξω την κατάσταση. Κάθε φορά που το κάνω νοιώθω σαν να βρίσκομαι εγώ εκεί, μέσα σ’ αυτό το απαίσιο ψυγείο. Και κατά κάποιο τρόπο είμαι, άλλωστε εί­μαστε ίδιοι. Όχι τόσο ίδιοι βέβαια αυτός είναι χωρίς κεφάλι. Πάλι καλά! Εγώ έχω εκείνος δεν έχει. Κατά τα άλλα θα μπο­ρούσε να πηδήξει και τη γυ­ναίκα μου ακόμη χωρίς εκείνη να το καταλάβει. Τόσο πολύ μοιάζουμε, αφού είναι ο κλώνος μου, ο ακέφαλος ευτυχώς κλώνος μου.

Πηγαίνω κάτω στο ειδικό θάλαμο. Εκείνο στέκεται εκεί πά­ντα ακίνητο και πάντα φρικαλέο. Όποτε θέλω να υποτι­μήσω τον κλώνο μου τον λέω «εκείνο» προσπαθώντας να αποστα­σιοποιηθώ από το γεγονός πώς «εκείνο» στην ουσία είμαι εγώ χωρίς κεφάλι. Δίπλα βρίσκεται ο θάλαμος με τον τελευταίο κλώνο της γυναίκας μου ακέφαλος κι αυτός επίσης.

Κοίταξε λοιπόν νοσηρή έμπνευση μ’ αυτούς τους απο­κεφα­λισμούς των κλώνων. Όμως μάλλον δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς. Τους περισσότερους τους χτύπησε το σύν­δρομο του κλώνου πριν περάσουν 200-300 χρόνια. Ενώ μέχρι τότε τους είχαμε μόνο για βιολογικά ανταλλακτικά, ξαφνικά όλοι ήθελαν να μοιάσουν στους κλώνους τους. Τους ζήλευαν, ή ήθελαν να το κάνουν με τους κλώνους των γυναικών τους ή των άλλων.

Εγώ θυμάμαι πως τα έβρισκα γελοία όλα αυτά. Πάντα ήμουν είρων με τον κλώνο μου, είναι η αλήθεια, από την αρχή αυτής της ιστορίας πριν από κοντά μισή χιλιετηρίδα. Τον έβλεπα όπως τα αρνιά στο τσιγκέλι. Τι απομυθοποιη­μένο, άβουλο, καταδικασμένο πλάσμα!

Για την πλειοψηφία όμως δεν ήταν έτσι μιας και οι κλώνοι ήταν μεν ομοιώματα μας, όμως με αστραφτερό νε­ανικό δέρμα. Το δέρμα ήταν η αδυναμία του συστήματος μας. Γιατί η επι­στήμη δεν ήταν και τόσο τίμια τελικά με μας, αν κρίνει κανείς πώς μας τα είχαν πει. Πως θα δια­τηρούμασταν για πάντα νέοι, χάριν στις σταδιακές επι­σκευές με φρέσκα ανταλλακτικά από τους κλώνους μας. Πώς θα ζούσαμε αιώνια.

Όμως παρά την πρόοδο της τεχνολογίας των μεταμο­σχεύ­σεων το δέρμα ποτέ δεν μπόρεσε να μεταμοσχευτεί εξολοκλή­ρου. Μερικοί κάναν σταδιακές επεμβάσεις και ύστερα αυτο­κτόνησαν. Η θέα ενός δέρματος γεμάτου μπα­λώματα, υπενθύ­μιζε εκτός της άσχημης όψης και τα εσω­τερικά όργανα που όλοι αλλάζαμε κάθε τόσο με αποτέλε­σμα το άτομο να χάνει την συνείδηση της ταυτότητάς του και να ταυτίζεται ολοένα με τους κλώνους του. Όσοι αυτο­κτονούσαν κατάληγαν λίγο πριν την αυτοκτονία να νοιώ­θουν σαν μία τεράστια σακούλα από ανταλλακτικά. Έτσι σπάνια αποφάσιζε κανείς να κάνει μετα­μοσχεύσεις δέρμα­τος. Σαν αποτέλεσμα, το δέρμα μας ύστερα από τα πρώτα 150 χρόνια είναι αιώνια αχνό, με μία απόχρωση κιτρινο­γκρί.

Έτσι άρχισαν όλα. Ήταν μία απρόβλεπτη τροπή σε όλη αυτή την ιστορία της αθανασίας, ο φθόνος προς τους κλώ­νους. Καλά τα συκώτια, οι σπλήνες, τα άντερα, όμως πολ­λοί επιθυ­μούσαν ξάφνου ένα καινούργιο κεφάλι.

Πώς μπορείς να επιθυμήσεις καινούργιο κεφάλι ή πιο συ­γκεκριμένα το κεφάλι ενός άλλου; Ύστερα ποιος θα εί­σαι; Ει­δικά όταν πρόκειται για το κεφάλι του κλώνου σου που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κρέμεται στο ψυγείο τότε γίνεται ακόμη πιο περίεργο. Θα έχεις ένα κεφάλι παρθένο, χωρίς εγ­γραφές, χωρίς γνώση. Ένα τίποτα που απλά θα κουβαλούσε την μορφή μας.

Η απόφαση από τον Κεντρικό Έλεγχο ήταν αδιαπραγμά­τευτη. Μπορούσαμε να αλλάξουμε όλα μας τα ανταλλακτικά, όμως το κεφάλι, ο εγκέφαλος μας δηλαδή και όλες του οι μνή­μες θα παρέμεναν των αρχικών κατό­χων τους. Τι θα έκαναν μέσα σε ενήλικα κορμιά εγκέφα­λοι χωρίς καμία εγγραφή; Χω­ρίς την γνώση του νόμου και της τάξης;

Κάθομαι στο υπόγειο και κοιτάζω τον κλώνο μου. Έχω στήσει μία κουνιστή πολυθρόνα μπροστά από το ψυγείο του γιατί εδώ και κάμποσο καιρό το κάνω συχνά. Κάθομαι εκεί και τον κοιτάζω. Με βοηθάει να σκέφτομαι, να διαλο­γίζομαι για όσα μου συμβαίνουν τώρα, και όσα συνταρα­κτικά πρόκειται να μου συμβούν οσονούπω. Κουνιέμαι πέρα δώθε στην πολυ­θρόνα μου και παρατηρώ το τεράστιο ακέφαλο ζωντανό πτώμα στο οποίο οφείλω τη ζωή μου, εδώ και τόσα χρόνια.

Ζωή. Τετρακόσια χρόνια έχουν περάσει από την αρχή του ονείρου. από τότε που η ζωή έγινε κάτι τελείως αλλιώ­τικο από ότι ξέραμε. Στην αρχή, για μία περίοδο 30-40 χρόνων όλα γί­νονταν μυστικά. Έπρεπε να αλλάζουμε ταυ­τότητες κάθε τόσο, δουλειές, φίλους, πόλεις. Σαν περιπλα­νώμενοι στο διάστημα μπαινοβγαίναμε στη ζωή κάθε 30-40 χρόνια. Την ζωή που ήξεραν οι άλλοι δηλαδή. Αυτή όπου κάποιοι, μεγάλωναν γερ­νούσαν και πέθαιναν. Έτσι κι εμείς κάθε τόσο έπρεπε να πε­θαίνουμε. Αν ζούσαμε διαρκώς θα δημιουργούνταν υποψίες.

Ήταν κουραστικό όμως είχε σασπένς. Τουλάχιστον τότε, δεν βαριόμασταν. Λίγο που ήταν καινούργιο το σύστημα, λίγο η μυστικότητα γύρω από το θέμα ποτέ δεν ήξερες αν θα επα­νέλθεις όντως ξανά. Εκείνη η μακάβρια διαδικασία με τα φέ­ρετρα ήταν το πιο καταπληκτικό. Κάθε φορά που υποτίθεται τα τινάζαμε μας χώνανε μέσα στις κάσες με κάτι ενέσεις που μείωναν τον καρδιακό μας παλμό. Ύστερα από δύο μέρες, αφού μας έβγαζαν βλέπαμε στο βίντεο την τελετή της ταφής μας.

Τι συγκίνηση! Πόσοι έκλαιγαν πόσοι χαίρονταν σε όλες αυτές τις κηδείες. Πάντα για κάποιους άλλους, αφού εμείς κάθε φορά ήμασταν κάποιοι άλλοι. Ωστόσο ήταν συναρπα­στικό όλο αυτό το καθαρόαιμο reality show με πρωταγωνιστές εμάς.

Κάποιες φορές πάντως είχα στενοχωρηθεί πολύ με το θά­νατό μου. Μερικές γυναίκες που με αγαπούσαν και κάποιοι φίλοι που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι είχα εκδηλώ­θηκαν ξε­σπώντας σε έναν χείμαρρο συναισθημάτων. Θυ­μάμαι πόσο ήθελα να πάω να τους βρω τότε. Να τους μπάσω κι αυτούς στη μυστική συμφωνία στην οποία ανήκα, και να τους έχω μαζί μου τώρα, φίλους για πάντα!

Όμως δεν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Έπρεπε να τη­ρη­θούν τα προσχήματα. Στην αρχή ήταν φοβερό να ξέ­ρουμε πως εμείς θα ζούσαμε κι οι άλλοι θα πέθαιναν, χω­ρίς να το λέμε πουθενά. Όμως το ότι θα πεθαίναμε κι εμείς σαν τους άλλους έτσι και μιλούσαμε, μας έκοβε κάθε διάθεση να μοιραστούμε τις όποιες ανησυχίες μας. Με τον καιρό τις συνηθίσαμε κι αυ­τές, όπως συνηθίσαμε τα πάντα. Μόνο η ελπίδα έμεινε πως κάποια στιγμή το σύ­στημα θα εφαρμοζόταν και για αυτούς που αφήναμε κάθε τόσο πίσω μας.

Αυτό όμως τελικά δεν ήταν στο πρόγραμμα. Μας το έλεγαν μόνο για να μας καθησυχάσουν. Ήταν η ασφαλι­στική ψυχολο­γική δικλείδα για να μην σπάσουμε και αποκαλύψουμε οτιδή­ποτε, κάτω από την συναισθηματική πίεση που υποκείμεθα, κάθε φορά που πεθαίναμε και ξα­ναγεννιόμασταν κάπου αλ­λού.

Η μετάβαση στην Επόμενη Τάξη απαιτούσε κάποια τε­χνο­λογική υποδομή. Οι περισσότερες εργασίες θα γίνο­νταν από ρομπότ. Η παραγωγή και διάθεση των τροφίμων θα ήταν σχε­δόν εξ ολοκλήρου αυτοματοποιημένη. Ακόμη και η ενέργεια θα είχε ολοκληρώσει την μετάβαση της σε πλήρως ανανεώσι­μες πηγές.

Προχωρώντας στην εφαρμογή όλων αυτών, οι ανθρώπι­νες εργασίες όπως ήταν επόμενο είχαν μειωθεί σταδιακά στο ελά­χιστο. Έτσι, όχι μόνο δουλειές δεν υπήρχαν, ούτε επρόκειτο να δημιουργηθούν ποτέ ξανά, αφού αυτό ακρι­βώς ήταν το σχέδιο. Η αυτοσυντηρούμενη ανθρωπότητα και η κατάργηση της ερ­γατικής τάξης ώστε στο μέλλον να εκλείψουν οι ταραχές με μοχλό της κοινωνικές ανισότη­τες. Η καινούργια ανθρωπότητα θα εργαζόταν μόνο ελέγ­χοντας τα ρομπότ.

Μέχρι τότε όμως οι ταραχές από όλο τον κόσμο που ολοένα έμενε χωρίς δουλειά, ήταν καθημερινές. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το να αποκαλυφθεί πως κάποιοι θα ζούσαν για πάντα, όταν  οι περισσότεροι θα πέθαιναν από την πείνα θα ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί.

Βέβαια σκέφτομαι τώρα, οι πλούσιοι, ένας τον οποίων ήμουν κι εγώ, μπορούσαμε να καταργήσουμε το οικονο­μικό σύστημα βασιζόμενοι στην τεχνολογική αυτονομία που είχε επιτευχθεί. Το οικονομικό σύστημα ήμασταν εμείς, υπήρχε για μας και δούλευε για να κάνει πλού­σιους εμάς και μόνο. Κα­ταργώντας τη διαδικασία της υπε­ραξίας και παρέχοντας άσυλο με τα λεφτά μας στους φτω­χούς, αφού πλέον θα δούλευαν τα ρομπότ για μάς, θα κα­ταργούσαμε τις ανισότητες και τις ταρα­χές επίσης.

Όμως δεν ήμασταν έτοιμοι για να κάνουμε εμείς κάτι τέ­τοιο. Δεν ξέραμε καν τι ακριβώς συνέβαινε. Για μας η αιωνιό­τητα ήταν ένα πανάκριβο αξεσουάρ που μπορού­σαμε να αγο­ράσουμε με τα χρήματά μας. Κάτι που οι άλ­λοι, οι λιγότερο πλούσιοι, απλά δεν μπορούσαν. Δεν νοιώ­θαμε ότι αποτελού­σαμε μέρος ενός γενικότερου σχεδίου. Ούτε ξέραμε τι επρό­κειτο να συμβεί με τους άλλους. Όλοι πιστεύαμε πως τα ψυ­γεία DNA όπως έλεγαν τα ψυγεία κλώνων, κάποια στιγμή, θα γίνονταν προσιτά στον καθένα.

Το είχαμε δει σαν παιχνίδι τότε και κανείς δεν πίστευε ότι θα ζήσουμε αιώνια, αλλά απλά ότι θα ζήσουμε λίγο καλύτερα και λίγο παραπάνω. Όμως δεν ήταν έτσι. Όλος ο πλανήτης είχε γίνει πεδίο εφαρμογής ενός πειράματος στο οποίο εμείς απλά αποτελούσαμε τα ιατρικά, ας το πούμε  έτσι, δεδομένα.

Είναι άραγε αυτά που με βαραίνουν τώρα; Τι θέση θα είχα πάρει αν ήξερα; Θα μπορούσα άραγε ποτέ να αρνηθώ την πρό­ταση να ζήσω και να μην πεθάνω; Δεν νομίζω πως θα είχα κά­νει τίποτα διαφορετικό, όμως θα προτιμούσα να μην είχα μά­θει ποτέ τι πραγματικά έγινε τότε. Κι αυτό όμως τελικά στάθηκε αναπόφευκτο.

Είχαν περάσει περίπου 2 αιώνες από την Επόμενη Τάξη πραγμάτων. Έως τότε δεν είχαν υπάρξει σοβαρά κοι­νωνικά ή ψυχολογικά προβλήματα. Παράλληλα με την ιστορία του φθό­νου προς τους κλώνους όμως που είχε ήδη αρχίσει, κάποια στιγμή, δεσμεύσαμε την ενέργεια των κε­ραυνών.

Έως τότε, η φρίκη της ραγδαίας μείωσης του πληθυ­σμού που είχε συμβεί πριν 120 χρόνια, είχε μείνει στην μνήμη μας σαν μία παγκόσμια οικονομική κρίση που εξαφάνισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα 2/3 του πληθυ­σμού του πλανήτη. Ευ­λογώντας την τύχη μας που μας είχε κάνει πλούσιους και εί­χαμε επιβιώσει, ύστερα από 20-30 χρόνια δεν ασχολήθηκε πλέον κανείς περισσότερο με το θέμα.

Συνηθίσαμε τις καινούργιες ανέσεις, την πραγματικά Επό­μενη Τάξη, όπως σιγά σιγά συνηθίσαμε και την αιω­νιότητα. Πάνω που όλα πήγαιναν καλά, με τη δέσμευση των κεραυνών άρχισαν να διαρρέουν κάτι γκρίνιες από κύκλους μέσα στο σύστημα. Επιστήμονες, γιατρούς, ιδιο­κτήτες κέντρων έρευνας και τεχνολογίας. Ειπώθηκε πως η καθαρή, αστείρευτη και αει­φόρος ενέργεια που είχαμε δε­σμεύσει ήταν 100 φορές περισ­σότερη απ’ όση θα χρειαζό­μασταν ακόμη και με όλο το πλη­θυσμό που κάποτε είχε η γη μας.

Τότε έγινε αντιληπτό πώς ότι είχε γίνει τότε δεν είχε γί­νει τυχαία όπως όλοι νομίζαμε. Δεν ήταν μία ανεξέλεγκτη τυχαία κρίση. Ήταν κάτι που είχε προγραμματιστεί μόνο εξ αιτίας της ανεπάρκειας ενέργειας.

Αυτό έφερε το πάνω κάτω στην κοινωνία μας. Ζούσαμε πλέον όλοι σε μία απόλυτα δομημένη τάξη, με μία πολύ εξε­λιγμένη αίσθηση δικαίου, πολιτισμού και αφοσίωσης στο σύ­στημα. Οι τάξεις, το χρήμα ή η ενέργεια, είχαν πά­ψει από καιρό να είναι αιτίες για οποιουδήποτε είδους βία. Δεν υπήρ­χαν η εξουσία και οι υπήκοοι της με τον τρόπο που υπήρχαν παλιά.

Σ’ αυτό το κλίμα, η αίσθηση ότι από την αρχή της εφαρμο­γής του σχεδίου που απολαμβάναμε, υπήρχαν δύο στρατόπεδα, αυτών που αποφασίζουν για τη ζωή και αυτών που υπόκεινται τις αποφάσεις, θα διέλυε τον ακρο­γωνιαίο λίθο της κοινωνίας μας. Την αθανασία. Δεν υπάρ­χει αθανασία όταν η ζωή σου εξαρτάται από κάποιον άλ­λον. Και σ’ αυτό το επιχείρημα ακριβώς στηρίχτηκε όλη η επιχειρηματολογία όταν ξέσπασε η κρίση των κεραυνών. Ότι η ζωή μας δεν εξαρτιόταν από κανέ­ναν, γιατί όλα είχαν γίνει για μας.

Αποφασίστηκε να αποκαλυφτούν όλα, στηρίζοντας στην πράξη το αξίωμα της διαφάνειας στην καινούργια κρυστάλ­λινη κοινωνική δομή. Χωρίς αυτήν τη διαφάνεια θα επέρχετο η αμφιβολία και στη συνέχεια η βία, πάλι, άσχετο αν αυτή τη φορά θα γινόταν για λόγους που δεν θα αφορούσαν συμφέρο­ντα αλλά συνειδήσεις.

Έτσι τα μάθαμε όλα θέλοντας και μη. «Είχε γίνει λάθος στην εφαρμογή» μας είπαν. «Δεν υπήρξε παράλληλη κοινω­νική και νομοθετική ρύθμιση ώστε το όλο σχέδιο να συμβαδί­ζει με την επιστημονική εξέλιξη. Όσο οι καινούρ­γιες κατακτή­σεις της τεχνολογίας και της ιατρικής δοκι­μάζονταν και εφαρ­μόζονταν ο μέσος όρος ζωής είχε φτάσει ήδη στα 90 χρόνια. Παράλληλα οι δουλειές μειώνονταν ολοένα δημιουργώντας αδιαχώρητο.

Αν όσοι ήταν 15 ή και 20 χρονών τότε ζούσαν 90-100 χρό­νια, το όλο σχέδιο θα κατέρρεε μαθηματικά από πα­ντελή έλ­λειψη πόρων κάποια στιγμή, είτε ενεργειακών είτε οικονομι­κών. Ακόμη κι αν στειρώναμε δια νόμου όλο το πληθυσμό, πάλι οι υπάρχοντες αρκούσαν για να δημιουρ­γήσουν μεγάλο πρόβλημα. Γιατί δεν γερνούσαν.

Οπότε; Πόσο θα άντεχε η μυστικότητα στην κοινωνική πί­εση και τις ταραχές; Και τι χειρότερο από το να αποκα­λυφθεί, υπό τέτοιες συνθήκες, πως κάποιοι πλούσιοι θα ζούσαν για πάντα; Πως από τους υπόλοιπους δεν επιτρε­πόταν να επιζή­σουν ούτε τα παιδιά τους;

Εξ άλλου, συνέχιζαν οι εξηγήσεις, το θέμα δεν ήταν μόνο ηθικό. Οι συντάξεις απορροφούσαν ολοένα και με­γαλύτερο μέρος της υπάρχουσας ενέργειας, υπό μορφή χρήματος. Επι­χειρώντας να ανεβάσουμε το επίπεδο της συνταξιοδότησης στα 75 χρόνια, πάλι δεν ήταν λύση αφού δουλειές δεν υπήρχαν έτσι κι αλλιώς και όλοι αυτοί οι γέ­ροι δεν υπήρχε περίπτωση να δουλέψουν έως τότε αφού για τις ελάχιστες πλέον υπάρ­χουσες δουλειές φυσικά οι εργοδότες θα προτιμούσαν άνερ­γους νέους παρά άνεργους γέρους.

Αν τέλος καταργούσαμε το επίδομα ανεργίας για εκα­τομ­μύρια ανέργους, εκεί θα ήταν το οριστικό τέλος. Θα έκανε όλο αυτό το πλήθος σε μία στιγμή έναν τεράστιο και  αχαλίνωτο επαναστατικό στρατό που θα κατέστρεφε τα πάντα χωρίς λόγο. Ενώ εμείς ακόμα και αν έγινε ότι έγινε, τουλάχιστον εί­χαμε έναν σκοπό.»

«Την λύση», όπως μας είπαν, «την έδωσε η πραγματικό­τητα. Η μάζα, ήταν έτσι κι αλλιώς χωρίς δουλειές, χωρίς χρή­ματα, και χωρίς ελπίδα. Ζούσε μία κόλαση που τους οδηγούσε γρήγορα σε φυσικό θάνατο. Δεν τους δολοφονή­σαμε, μας εί­παν. Απλά επιταχύναμε μια διαδικασία που υπήρχε ήδη, πριν η αναρχία διαλύσει τα πάντα.

Τα ναρκωτικά και το εμπόριό διευκολύνθηκαν σταματώ­ντας κάθε δίωξή τους. Οι ανώτεροι της νομικής αλυσίδας, βρί­σκονταν ανάμεσα στους πρωτεργάτες της Επόμενης Τάξης και η συμμετοχή όπως και η εχεμύθεια τους ήταν δεδομένη. Τα υπόλοιπα θα τα ανελάμβανε η προτεραία ανθρώπινη φύση», είχαν καταλήξει θέλοντας να μας χαλαρώσουν προφανώς με την ιδέα πως η σημερινή μας φύση όσο και της διοίκησης μας δεν είχε καμία σχέση με την παλιά. Ότι είχαμε πλέον αναβαθ­μιστεί σαν είδος και όχι μόνο σαν σάρκες.

«Προωθώντας σε ανώτατο επίπεδο, την ανοχή σε κάθε εί­δους διαφθορά σύντομα οι περισσότεροι αστυνομικοί είχαν και ένα μικρό προσωπικό δίκτυο διανομής ναρκωτι­κών. Το σχέδιο δούλευε τέλεια. Οι παράνομοι που τους εξυπηρετούσαν ποτέ δεν τους κατέδιδαν αφού οι αστυνο­μικοί διευκολύνονταν στην παρανομία τους. Η ανώτεροι, όντας ενταγμένοι στο σχέ­διο δεν διενεργούσαν καμία έρευνα εις βάθος. Αν κατά τύχη γινόταν καμία έρευνα από κάποιον πολύ επίμονο και φιλότιμο ντετέκτιβ, τότε οι ανώ­τεροι ενταγμένοι στο σχέδιο, στους οποίους κάποια στιγμή έφταναν οι υποθέσεις, την οδηγούσαν στη λήθη ή στο χάος, χρονοτριβώντας ή εξαλείφοντας τα απο­δεικτικά στοιχεία. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που κάποιοι επέμε­ναν πέραν αυτών, βρισκόταν δολοφονημένοι, από τους κακοποιούς των οποίων τα συμφέροντα θίγονταν. Έτσι τα ναρκωτικά εξαπλώθηκαν ραγδαία και εκτός από την υγεία τους, όντας παράνομα, κατέστρεφαν τους νέους και οικονο­μικά, αφού ήταν πάντα πανάκριβα.

Σε λίγο καιρό το μεγαλύτερο πρόβλημα της Επόμενης Τά­ξης πραγμάτων είχε εκλείψει. Οι νέοι δεν θα γερνούσαν. Απελπισμένοι, με πρώτη αιτία θανάτου τα ναρκωτικά, δεύ­τερη τις συγκρούσεις από μέθη και τρίτη τις αυτοκτονίες, ο αριθμός τους μειωνόταν με ολοένα αυξανόμενους ρυθ­μούς.

Το πρόβλημα των γέρων αποδείχθηκε ακόμη πιο απλό. Οι παρατεταμένες συντάξεις έδειχναν μεν μία κοινωνική πρόνοια, όμως δεν εξασφάλιζε και παρατεταμένη ζωή. Χω­ρίς εξειδι­κευμένες ιατρικές επεμβάσεις κανείς δεν μπο­ρούσε να επιβιώ­σει πέραν ενός σημείου. Οι γιατροί που τις έκαναν, ήταν φυ­σικά από τους πρώτους που συμμετεί­χαν στο πρόγραμμα της Επόμενης Τάξης, αφού όλες οι μελλοντικές μεταμοσχεύσεις εξαρτιόνταν από αυτούς. Έτσι αρκούσε να ανεβάσουν τα τιμο­λόγιά τους σε δυσθεώρητα ύψη ώστε το συντριπτικά μεγαλύ­τερο μέρος του πληθυ­σμού να είναι έρμαιο της τύχης του μετά τα 60-65 τους χρόνια.

Μέσα σε μία τέτοια κατάσταση όπως ήταν φυσικό για τις μεσαίες ηλικίες δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα μέτρα. Η κα­τάθλιψη λόγω της ανεργίας της φτώχειας και της γενικότε­ρης απόγνω­σης θέριζε. Εμφράγματα, εγκεφαλικά και καρκίνοι έγιναν κα­θημερινότητα. Οι εφημερίδες έγραφαν μεν, διαμαρτυρόμενες για το φαινόμενο, όμως αυτό απλά επέτεινε την γενικότερη απόγνωση οδηγώντας ακόμη πε­ρισσότερους στην αυτοκτονία ή τον φυσικό μαρασμό.

Θα σκέφτεστε» μας είχαν πει καταλήγοντας σε όλη αυτή τη φρίκη «μπροστά σε τι τρομάξαμε τόσο ώστε να προ­βούμε σε τόσο δραστικές λύσεις. Οι δρόμοι ήταν δύο. Η αυτό που κά­ναμε ή ο πόλεμος ο οποίος θα προέκυπτε κάπως, με κάποιον τρόπο και θα ήταν καθολικός πλέον. Θα κατέστρεφε όλο τον κόσμο. Κρίνετε αυστηρά» κατέλη­γαν , διαβάζοντας την σκέψη μας, «την κατάσταση, γιατί το κάνετε με τα σημερινά δεδο­μένα. Όμως τότε δεν ήταν έτσι. Η ενεργειακή επάρκεια δεν αναζητείτο τότε για να δουλεύ­ουμε λιγότερο. Αναζητείτο για να επιβιώσουμε.

Ίσως σε μία πειραματική εφαρμογή, να προλαβαίναμε να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα που θα είχε εφαρμογή στο σύνολο του πληθυσμού. Να μειώσουμε δηλαδή τις ώρες εργασίας σταδιακά, να αρχίσουμε να μοιράζουμε αγαθά που προέκυ­πταν από την εκμετάλλευση των μηχανών, και έτσι να απαιτή­σουμε τελικά τον δυναμικό έλεγχο των γεν­νήσεων δικαιωμα­τικά. Προκειμένου να συνεχιστούν οι παροχές. Περιορίζοντας τις γεννήσεις ίσως φτάναμε, στην σημερινή υπερεπάρκεια ενέργειας όπου όλος ο τότε πλη­θυσμός, χωρίς να έχει εν τω μεταξύ διαλύσει το σύμπαν, θα μπορούσε να ζήσει όπως εσείς».

Αυτό το «εσείς» μας έκανε να αισθανθούμε τότε σαν οι κύ­ριοι υπαίτιοι ενός εγκλήματος που έως τότε δεν γνωρί­ζαμε και το οποίο όμως είχε γίνει για μάς.

«Ήδη οι πλουτοπαραγωγικές πηγές» συνέχιζαν οι εκπλη­κτικές εξηγήσεις «μέχρι τότε, αντικαθιστούσαν τα φτηνά ερ­γατικά χέρια με ακόμη φτηνότερες μηχανές. Ύστερα από κά­ποιο σημείο όμως, όποτε προέκυπτε κά­ποια ενεργειακή αυτο­νομία που ισοδυναμούσε με φτηνό­τερη παραγωγή, αυτό δεν απέδιδε φτηνότερα προϊόντα αλλά απλά μεγάλωνε την ψαλίδα μεταξύ εσάς» και έδει­χναν εμάς » και των φτωχών. Με αποτέ­λεσμα ακόμη μεγα­λύτερα κέρδη για σας και ακόμη μεγαλύτε­ρες ταραχές.

Προς τι κι αν εξασφαλίζαμε την αιωνιότητα σε σάς χω­ρίς να ρυθμίσουμε ταυτόχρονα όλα τα άλλα θέματα που θα απει­λούσαν αυτή την αιωνιότητα. Σε έναν πόλεμο δεν θα επιζούσε κανείς. Όπως θα κατέληγε κάποια στιγμή πυ­ρηνικός, ένας πλανήτης μολυσμένος για πάρα πολλά χρό­νια από ραδιενεργά κατάλοιπα, ήταν κάτι που κανείς δεν ήθελε. Ούτε κι εσείς. Και τον πόλεμο αυτόν θα τον είχατε κάνει εσείς.

Γιατί πάλι κρίνετε με τα σημερινά δεδομένα», κατέλη­γαν. «Τότε δεν υπήρχε ο αγώνας για την ευδαιμονία, ούτε μία κοι­νωνία σαν την σημερινή, δομημένη, σταθερή με αποστροφή για την βία και ένα ολόκληρο σύστημα να την προασπίζει από αυτή. Τότε, κάτι που ίσως το θυμάστε ακόμη αμυδρά, ήσασταν προνομιούχοι εφαρμόζοντας ακριβώς αυτή τη βία σε κάθε επί­πεδο και πιθανή παραλ­λαγή της. Κοινωνική, ψυχολογική, πο­λιτική και βέβαια στρατιωτική και οικονομική, σε κάθε κοινω­νική βαθμίδα και σε κάθε συναναστροφή. Η ενέργεια, η φθη­νότερη και περισσότερη ενέργεια, στα χέρια του κάθε ένα σας δεν ήταν ένα πλεονέκτημα για την ανθρωπότητα, αλλά ένα δικό σας πλεονέκτημα στην μάχη με τον εκάστοτε αντί­παλό σας. Στον αγώνα σας για μεγαλύτερο πλουτισμό κά­ποια στιγμή θα τρωγόσασταν μεταξύ σας, παρασύροντας σε έναν  πόλεμό σας και ολόκληρο τον πλανήτη». Έτσι μας έπεισαν πως παρά που δολοφονήθηκαν τελικά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα 2/3 του πλανήτη, και μάλιστα εξ αι­τίας μας, όλα πή­γαν καλά.

Όμως πάρα πολλοί απέκτησαν επιφυλάξεις τότε για την σοφία του συστήματος. Πρώτη φορά μαθαίναμε πόσα εί­χαν γίνει για μας, και εξ αιτίας μας, χωρίς να ξέρουμε εμείς τίποτα. Πολλοί ένοιωσαν αδικημένοι και θεώρησαν ότι δεν είχαν δο­κιμαστεί όλες οι εναλλακτικές πολιτικές. Ότι δεν τους είχε δο­θεί η δυνατότητα επιλογής, παρά που τα επιχειρήματα ίσως ακούγονταν σωστά τώρα. Ότι αν ετί­θετο τότε, πολλοί θα προ­τιμούσαν να ρισκάρουν την ευ­δαιμονία μαζί με τους υπόλοι­πους, αντί για μία αιωνιό­τητα  με τη συνείδηση της εξόντωσης όλου του έως τότε πολιτισμού, μαζί με τους κατοίκους του.

Στο τέλος τέλος, ακούστηκαν κι αυτές οι απόψεις, ο πλού­τος ήταν απαραίτητος για να εξασφαλίζει προνόμια στο προη­γούμενο σύστημα. Στο τωρινό τα προνόμια αυτά δεν ήταν απαραίτητα, αφού όλοι ήταν προνομιούχοι. Οπότε προς τι όλο αυτό το φρικαλέο σχέδιο και η ενοχή την οποία οι εμπνευστές του συστήματος έκριναν απαραί­τητη και επέβαλαν αυθαίρετα σε όλους τους σημερινούς επιζήσαντες χωρίς να ρωτήσουν κανέναν;

Αυτός ήταν ο πυρήνας της κρίσης των Κεραυνών. Η αμφι­σβήτηση. Οι περισσότερο απογοητευμένοι από τις εξηγήσεις έκριναν πως το σύστημα δεν ήταν αλάνθαστο, και κάθε άλλο παρά σοφό. Εκεί έπαιξε σημαντικό ρόλο μία ακόμη παράμε­τρος.

Μετά τη μεγάλη μείωση του πληθυσμού τότε, τα προ­σχή­ματα δεν ήταν πλέον αναγκαία ούτε η μυστικότητα. Ήταν η λεγόμενη τελική φάση και οι όροι τίθεντο πλέον σαφώς.

Όσες γυναίκες ήθελαν να μπούνε στο πρόγραμμα τους ζη­τήθηκε ξεκάθαρα να στειρωθούν προκειμένου να υπάρ­χει απόλυτος έλεγχος του πληθυσμού από τότε και ύστερα. Αυτά πέραν του τεράστιου ποσού που έπρεπε να καταβάλουν για τα υπόλοιπα, ψυγείο DNA κλώνων, συμ­βόλαιο μεταμοσχευτικής υποστήριξης, υποχρεώσεις δη­λαδή που αφορούσαν και τους άντρες.

Όσοι δεν συμφωνούσαν μπορούσαν να γεράσουν φυ­σιολο­γικά και να πεθάνουν ζώντας μερικά ευτυχισμένα χρόνια. Στον τακτοποιημένο πλέον κόσμο που είχε αρκετή  ενέργεια και αγαθά να υποστηρίζει τους εναπομείναντες χωρίς να εργάζο­νται, πληρώνοντας κι αυτοί βέβαια κάποια συμμετοχή στο σύ­στημα, όμως πολύ μικρότερα ποσά.

Τότε αυτές οι ρυθμίσεις είχαν φανεί δίκαιες στους επι­ζήσα­ντες, γιατί η μοίρα όλου του υπόλοιπου πλανήτη, φαινόταν σαν μία ανωτέρα βία, ένας κατακλυσμός από τον οποίο θα ξέ­φευγαν αγοράζοντας μία θέση, με τα χρήματά τους, στην μο­ντέρνα Κιβωτό, και δεχόμενοι κάποιους ασήμαντους όρους. Πάνω στην κρίση που προέκυψε όμως ή στείρωση των γυναι­κών φάνηκε σαν ένα μέτρο που είχε υποχρεώσει τους άντρες που δεν είχαν κάνει παιδιά μέχρι τότε, να τα στερηθούν αιώνια χωρίς λόγο.

Πολλοί άρχισαν να κάνουν έρωτα με τους κλώνους των γυ­ναικών τους οι οποίοι διέθεταν ωοθήκες. Προφανώς δεν τους γοήτευαν τα σώματα στα ψυγεία πόσο μάλλον τώρα που η αντιπάθεια προς ολόκληρο το σύστημα γιγαντωνό­ταν. Οι κλώ­νοι ήταν σώματα ενηλίκων με εγκεφάλους παι­διών 1 μηνός. Δεν αντιδρούσαν, δεν μιλούσαν, δεν ασκού­σαν καμία γοητεία. Όμως η όλη κίνηση ήταν περισσότερο σαν μομφή παρά γιατί ήθελαν πραγματικά παιδιά μαζί τους

 Οι περιπτώσεις που τελικά, πέραν του σεξ η εγκυμο­σύνη ευόδωσε ήταν λίγες. Οι  γυναίκες των δραστών θίγο­νταν και, είτε σκότωναν τον κλώνο τους που εγκυμονούσε, είτε τους συντρόφους τους. Αυτό δημιουργούσε μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό ταυτόχρονα κόστος.  Πέραν του ότι ξαναγύριζε την κοινωνία στην εποχή της βίας, μάλιστα σε έναν πολιτισμό πλέον, ελάχιστα αστυνομευμένο, οι κλώνοι των εξαπατημένων γυναικών, που το κράτος είχε υποχρέωση να αντικαταστήσει, κόστιζαν. Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα οι θανατώσεις των ελά­χιστων παιδιών που προέκυψαν από τις επαφές με τους κλώ­νους, ήταν η στα­γόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Όλοι είχαμε μία ευλαβική προσήλωση στο νόμο τότε και, για πρώτη φορά στην ιστορία, αυτό δεν συνέβαινε από φόβο αλλά από σεβασμό. Ο νόμος, και η σοφία του όλου συστήμα­τος εξασφάλιζαν την εκτίμηση και την υπακοή μας, όπως ταυ­τόχρονα και την κορυφαία ποιότητα της ζωής μας. Μιας ζωής που θα κρατούσε για πάντα.

Μπροστά στην θανάτωση των παιδιών, που πάντα εξέ­φρα­ζαν εννοιολογικά το αύριο, η κρίση πήρε τελικά τερά­στιες διαστάσεις. Δεν εκφράστηκε βέβαια με ταραχές δια­δηλώσεις ή επανάσταση. Είχαμε από καιρό αποστασιο­ποιηθεί από αυτά τα μοντέλα. Όμως ο πληθυσμός άρχισε για πρώτη φορά να πεθαί­νει ύστερα από 200 χρόνια. Δεν πήγαιναν για μεταμοσχεύσεις κι αυτό ήταν το λιγότερο απ’ όλα. Το κυριότερο ήταν πως η χαρούμενη κοινωνία μας, δεν ήταν πλέον καθόλου χαρούμενη. Όταν πέρα από την άρνηση των μεταμοσχεύσεων, προέκυψαν οι πρώτες αυτο­κτονίες, το σύστημα αποφάσισε πως δεν πή­γαινε άλλο.

Σαν πρώτο μέτρο οι κλώνοι απαγορεύτηκε να έχουν κεφάλι αποθαρρύνοντας έτσι τους πάντες από το σεξ μαζί τους. Ποιος θα μπορούσε να κάνει έρωτα σε ένα ακέφαλο πτώμα μέσα σε ένα ψυγείο στους μείον 5 βαθμούς; Γιατί φυσικά οι κλώνοι έξω από το ψυγείο δεν διατηρούνταν χωρίς τα υποστηρικτικά μηχανήματα. Στην συνέχεια ανα­κοινώθηκε πως για κάθε έναν που αυτοκτονούσε θα δη­μιουργούνταν παιδιά με το DNA του οπότε η πράξη του θα ήταν μάταιη αφού θα εξακολουθούσε να υπάρχει ίδιος και απαράλλαχτος και να υπηρετεί το σύστημα.

Τέλος, κρίθηκε αναγκαία η εκπαίδευση του πληθυσμού στην καινούργια τάξη πραγμάτων. Να γίνει δηλαδή κοινή συ­νείδηση πόσες ακριβώς θυσίες είχαν γίνει όταν το σύ­στημα εφαρμόστηκε και γιατί. Πώς όλα αυτά, και όλοι αυ­τοί, που εί­χαν χαθεί, για να προκύψει η προνομιούχα κα­τάσταση που απολαμβάναμε πλέον εμείς, θα καταστρέφο­νταν χωρίς νόημα, με το ζήτημα των παιδιών, της στείρω­σης και του μέλλοντος όπως το ξέραμε, και έπρεπε πλέον να το ξεχάσουμε.

Η κρίση των κεραυνών οριοθέτησε την οριστική τάξη πραγμάτων. Μέχρι τότε, όλα μας φαίνονταν σαν ένα δια­σκε­δαστικό παιχνίδι με το Θεό, όπου εμείς είχαμε ξεφύγει από την μοίρα που μας είχε ορίσει. Τότε καταλάβαμε για πρώτη φορά πώς δεν ετίθετο τέτοιο θέμα. Πώς η ζωή μας δεν ήταν κάτι μπροστά στο θάνατο, γιατί απλούστατα ο θάνατος δεν υπήρχε πια. Μόνο από ατύχημα μπορούσε να πεθάνει κανείς και τα ατυχήματα όμως ήταν πολύ σπάνια με τέτοια τάξη που ήταν όλα ρυθμισμένα στην εντέλεια.

Στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα επισκευάζονταν κάθε είδους ζημιές. Αν κάποιος πλέον προκαλούσε κά­ποιο τόσο σφοδρό ατύχημα που να μην επιβιώσει, ήταν σίγουρο πως επρόκειτο για αυτοκτονία και πέραν του ότι πέθαινε, το κυριότερο ήταν ότι στιγματιζόταν κιόλας σαν αχάριστος και ηλίθιος άνθρωπος. Αυτό μάλιστα, ο στιγμα­τισμός, τώρα που είχε εκλείψει ο θάνατος, ήταν πλέον για μας η υπέρτατη απειλή.  Ήταν θα έλεγε κανείς, το μόνο που μπορούσαμε να πάθουμε.

Εμείς επιβιώσαμε τότε της κρίσης των Κεραυνών. Εγώ δεν έκανα παιδί με τον κλώνο της γυναίκας μου και εκείνη δεν σκότωσε ούτε το παιδί μας, ούτε τον κλώνο της ούτε εμένα. Όμως στα νεκρά βρέφη από τους κλώνους των άλλων, που θα­νατώθηκαν, είδαμε κι εμείς πως το μέλλον δεν υπήρχε πια με την έννοια που το ξέραμε. Δεν αποτε­λούσαν τα παιδιά πλέον το μέλλον μας μιας και το μέλλον μας ήμασταν εμείς. Και ότι ακριβώς αυτό ίσως σήμαινε, πως το μέλλον θα δεν υπήρχε καν, ποτέ ξανά.

 Τη γυναίκα μου την έπιασε κατάθλιψη που δεν την εγκατέ­λειψε ποτέ, και τότε ήταν που άρχισα κι εγώ τις επισκέψεις και τους φιλοσοφικούς μου διαλογισμούς με τον κλώνο μου μέσα στο ψυγείο του.

Έτσι έφτασα τώρα 3 αιώνες μετά την κρίση των κεραυ­νών να κάθομαι σκεπτικός στην κουνιστή πολυθρόνα, για πολλο­στή φορά κοιτάζοντας τον ακέφαλο κλώνο μου μέσα στο ψυ­γείο του. Οι σκέψεις μου είναι σκοτεινές, αβυσσα­λέες. Σκέ­φτομαι την αγάπη της γυναίκας μου που αγαπώ τώρα μισή χι­λιετηρίδα. Σκέφτομαι όσα έχουμε πει τον τε­λευταίο καιρό. Και όσα θα γίνουν για τα οποία δεν μας έχει προετοιμάσει κανείς. Θα είναι άραγε τρομερό; Πιο τρομερό από μία θλιμμένη αιω­νιότητα; Πιο τρομερό από το να κάνεις έρωτα με έναν ακέ­φαλο κλώνο; Γιατί αυτό το έχω ήδη κάνει.

Όλα είναι έτοιμα. Στο διπλανό θάλαμο οι αχνοί από την πα­γωμένη υγρασία στο κρύσταλλο κρύβουν τη θέα. Δια­κρίνω την διογκωμένη κοιλιά και θυμάμαι τότε που έκανα για πρώτη φορά αυτή τη φρικαλέα πράξη, ένα χρόνο πριν, κάνοντας έρωτα στον ακέφαλο κλώνο της συμβίας μου. Τον κρατούσε εκείνη ξαπλωμένη από πίσω ώστε βλέποντας το πρόσωπό της να μην τρελαθώ εντελώς πάνω στην πράξη και δεν καταφέρω να εκσπερματώσω.

Ο θάλαμος είναι ρυθμισμένος στους 28 βαθμούς Κελ­σίου από την αρχή της εγκυμοσύνης και μάλλον όλα θα πάνε καλά. Οι τριβές του κλώνου δεν μας ενδιαφέρουν πια. Ένα κλάμα μωρού ακούγεται από το ισόγειο.

   Τι κάνεις αγάπη μου πάλι κοιτάς τη Τζίνα;

Η γυναίκα μου έχει έρθει κάτω με τον μικρό. Τζίνα λέμε τον κλώνο της.

   Αναρωτιέμαι αν όλα θα πάνε καλά.

   Όλα θα πάνε καλά, λέει εκείνη, μην ανησυχείς. Τα παι­διά μας θα είναι μια χαρά.

 

***

 

Ναι, θα κάνουμε ένα κοριτσάκι ακόμη, πέρυσι κάναμε ένα αγοράκι. Γιατί η κοινωνία μας είναι τέλεια, δεν εξανα­γκάζει, παίρνει τα κατάλληλα μέτρα και πείθει. Έτσι πέρα από τον αποκεφαλισμό των κλώνων θεσπίστηκε τότε μία βαλβίδα συ­ναισθηματικής ασφαλείας ώστε όσοι ήταν δυ­σαρεστημένοι να μπορούν να αποχωρήσουν. Ήταν προτι­μότερο από το να αυ­τοκτονήσουν, ή να γεράσουν μεταξύ των υπολοίπων επηρεά­ζοντας τους αρνητικά. Αυτό θα δια­τάραζε ακόμη περισσότερο την τάξη την οποία υποτίθεται ο καινούργιος κόσμος είχε κα­τακτήσει. Η αιωνιότητα είναι πολύ μεγάλη για να αντέξει μία αιώνια θλίψη πόσο μάλ­λον αν περιστοιχίζεσαι κι από άλλους θλιμμένους.

Όσοι ήθελαν λοιπόν μπορούσαν, να πάνε στην απομο­νω­μένη ήπειρο, να ζήσουν και να πεθάνουν φυσικά, όπως και όλος ο κόσμος πριν από αυτούς. Δημιουργήθηκε εκεί μία στοι­χειώδης αγροτική υποδομή, με επαρκείς ενερ­γειακές μονάδες και ανέσεις για να συντηρούνται οι κά­τοικοι, εργαζόμενοι για τα τρόφιμά τους.

Η δικιά μας περίπτωση ήταν κάτι που δεν είχε προβλε­φθεί. Κανείς δεν περίμενε πως κάποιοι θα τεκνοποιούσαν με τους ακέφαλους κλώνους. Επίσης η γυναίκα μου κι εγώ είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε τα παιδιά μας χρησι­μοποιώντας τον κλώνο της οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να λυθεί το πρόβλημα μόνο του. Έτσι το σύστημα είχε να αντιμετωπίσει και τους δυο μας σε περίπτωση θανάτωσης των παιδιών μας.

Η λύση που τους προτείναμε έγινε άμεσα δεκτή, άλλω­στε ήταν αυτό που θέλαμε. Θα είχαμε κάθε ιατρική υπο­στήριξη ώστε η γέννες να είναι απροβλημάτιστες. Σε αντάλλαγμα έπρεπε να φύγουμε αμέσως ύστερα από την δεύτερη γέννα για την απομονωμένη ήπειρο ώστε να μην δημιουργηθεί ανατα­ραχή από τα παιδιά στην εδώ κοινω­νία. Άλλωστε δεν υπάρχει καμία υποδομή για παιδιά εδώ.

Μετά την συμφωνία, η περίπτωσή μας δημοσιοποιή­θηκε, ώστε όποιος ήθελε να ξέρει ότι μπορούσε να κάνει το ίδιο και ότι το σύστημα δεν επιβάλει αυθαίρετα τίποτα σε κανέναν. Δεν υπήρξε τόση προθυμία, όλοι μας κοίταζαν σαν τρελούς είναι η αλήθεια. Εγώ είχα κάνει έρωτα με έναν ακέφαλο κλώνο, η γυναίκα μου μού είχε συμπαρα­σταθεί σ’ αυτό, και το κυριότερο, 300 χρόνια ύστερα από την κρίση των Κεραυνών, θέλαμε παιδιά. Τόσο πολύ που θα στερούμασταν την αθανασία μας. Ήταν σχεδόν ακατα­νόητο.

Πεντακόσια χρόνια ματαιότητας, ένας ολόκληρος κό­σμος νεκροί, και μία αιώνια ησυχία, νοιώθω να με κοιτά­ζουν, μετα­φορικά, μέσα από τα δύο ψυγεία των κλώνων της γυναίκας μου και του δικού μου. Γιατί φυσικά δεν έχουν μάτια για να με κοιτάξουν κανονικά, και τόσα χρό­νια στον καναπέ κακώς προσπαθούσα να κατανοήσω ή να επιτύχω οποιαδήποτε συ­μπαντική επικοινωνία με τον κλώνο μου. Είναι ένα πτώμα από το οποίο εξαρτούσα την αιώνια ζωή μου και τίποτε άλλο. Μία ζωή στην οποία ήμουν κι εγώ επίσης ένα πτώμα αφού στην ουσία δεν είχα ζωή αφού τίποτα δεν θα άλλαζε, ποτέ. Απλά εγώ είχα κε­φάλι κι αυτός δεν είχε.

Σε λίγες μέρες κάπου μακριά, γερνώντας, κοπιάζοντας, ίσως και αρρωσταίνοντας θα αρχίσουμε να πεθαίνουμε πάλι, ύστερα από πολλά χρόνια αθανασίας. Θα είμαστε και πάλι θνητοί. Όμως έτσι θα ξαναζήσουμε πάλι. Βλέπο­ντας τα παιδιά μας να απολαμβάνουν όλα αυτά που κά­ποτε ήτανε πολύτιμα και για μας. Επειδή συνέβαιναν για πρώτη φορά ή επειδή κρατούσανε λίγο. Χωρίς την αθανα­σία. Όμως τι αξίζει μία δυστυχισμένη αιωνιότητα μπροστά σε μια υπέροχη ζωή ξανά;





 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s