Γιατί χρειάζομαι όλα αυτά τα χρήματα

Όλα άρχισαν  επειδή ήθελα μία γυναίκα. Όχι όμως μία οποιαδήποτε γυναίκα, ήθελα μία γυναίκα αξιώσεων. Κατά συνέπεια για να τη γοητέψω χρειαζόμουν απαραιτήτως ένα αυτοκίνητο.  Μάζεψα με κάθε θυσία το χαρτζιλίκι μου, πίεσα αφόρητα τον πατέρα μου με το τρομερό επιχείρημα «τι γυναίκα θα βρω χωρίς ρόδα» και έτσι, το αγόρασα.

Όμως δεν αρκούσε. Οι πραγματικά άξιες γυναίκες με κοιτούσαν με περιφρόνηση κι εγώ αυτές στόχευα. Μία γυ­ναίκα φωτιά στο κρεβάτι και βασίλισσα στο κάστρο. Αυτό που θα έκτιζα. Γι’ αυτές τις γυναίκες ήμουν μόνο το παιδί του μπαμπά με το αυτοκίνητο που του είχε αγοράσει ο μπαμπάς.

Ανακάλυψα πως ήταν αδύνατον να αποκτήσω μία τέ­τοια γυναίκα μένοντας με τη μαμά και το μπαμπά. Έπρεπε να βρω ένα σπίτι. Έτσι έπιασα δουλειά και έπεισα τους γονείς μου να μου αγοράσουν ένα διαμέρισμα. Με τα χρήματα της δουλειάς μου πλήρωνα σιγά σιγά και το επί­πλωνα. Σε λίγο θα ήμουν έτοιμος.

Υπερήφανος με το δικό μου σπιτάκι, με τα δικά μου έπιπλα, και με το , όσο να’ ναι δικό μου αυτοκίνητο ατέ­νιζα τη ζωή με αισιοδοξία. Η γυναίκα των ονείρων μου θα γινόταν δική μου. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι οι μοναδι­κές γυναίκες ήθελαν έναν άντρα με μοναδική δουλειά. Ήταν φυσικό. Έτσι, έπρεπε να σπουδάσω ώστε να αυξήσω τις επαγγελματικές μου προδιαγραφές.

Ύστερα από πέντε επίπονα χρόνια σπουδών, επίπονα γιατί δούλευα σε κάθε δουλειά του ποδαριού ίσα για να συμπληρώνω όσα δεν έφτανε η χρηματοδότηση των γονέων μου, έπιασα επιτέλους μία καλύτερη δουλειά.  Αυτό ήταν , τώρα ήμουν έτοιμος. Τότε είδα ότι οι σπουδές, παρά που αύξαναν το πρεστίζ μου, δεν αύξαναν και πολύ τις αποδο­χές μου. Μάλιστα στην αρχή, προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι πληρωνόμουν χειρότερα από έναν μπετα­τζή, έναν φορτηγατζή ή έναν σερβιτόρο δουλειές που κυ­ρίως έκανα έως τότε. Και οι κυρίες αξιώσεων, με μία των οποίων είχα σκοπό να σμίξω και να φτιάξω την δική μου οικογένεια, δεν αρέσκονταν στους φτωχούς. Ούτε στην ερ­γατική τάξη όμως.

Έπρεπε λοιπόν και να εργάζομαι σε γραφείο, με κου­στούμι και γραβάτα, και, με έναν τρόπο που αγνοούσα τότε, να βγάζω αρκετά χρήματα. Τότε ήταν που με προ­βλημάτισε για πρώτη φορά το ερώτημα: Πόσα χρήματα θα έπρεπε πραγματικά να βγάλω; Και κάνοντας τι;

Αποφάσισα ότι το γραφείο έπρεπε να παραμείνει πάση θυσία. Αλίμονο αν μία πριγκίπισσα γυρνούσε να κοιτάξει ποτέ κάποιον που βρωμάει ιδρωτίλα ή ψαρίλα ας πούμε. Τι σόι πριγκίπισσα θα ήταν τότε, και πόσο μάλλον, τι εί­δους πρίγκιπας ο ίδιος που θα την έπαιρνε; Έπρεπε να γίνουν όλα σωστά, όσο κι αν κόστιζε.

Με ένα στοιχειώδη υπολογισμό είδα πώς όσο να ‘ναι μία μονοκατοικία έπρεπε να την έχω. Όλος ο κόσμος έμενε σε διαμερίσματα, τι το ιδιαίτερο θα είχα εγώ μένο­ντας σε ένα ακόμη. Άρχισα λοιπόν να μαζεύω με υπομονή και επιμονή την προκαταβολή για την μονοκατοικία όταν διαπίστωσα με αγωνία ότι τα χρόνια περνούσαν. Ήμουν πλέον 28 χρονών. Πότε θα παντρευόμουν την γυναίκα των ονείρων μου, στα εξήντα; Έτσι συνόψισα το πρόβλημα. Έπρεπε να είμαι, νέος, ωραίος, γυμνασμένος, με σπίτι δικό  μου, δουλειά σταθερή, αποδοτική, υποσχόμενη και προπαντός αξιοπρεπή.  Για να γίνουν όλα αυτά σε ένα χρονικό διάστημα που να μου επιτρέπει το πρώτο, δηλαδή να είμαι ακόμη νέος, έπρεπε να βγάλω χρήματα πιο γρή­γορα.

Στην αρχή στράφηκα προς τα μεταπτυχιακά σεμινάρια. Οι αποδοχές μου δεν αυξήθηκαν πολύ. Χιλιάδες άλλοι είχαν κάθε στιγμή τα ίδια προσόντα με μένα. Κάτι άλλο χρειαζόταν. Σύντομα το ανακάλυψα. Άρχισα να κάνω τα πάντα ενδοϋπηρεσιακά ώστε να επικρατήσω των συναδέλ­φων μου που είχαν κι αυτοί πτυχία. Δούλευα πλέον ατέ­λειωτες ώρες χωρίς να πληρώνομαι για όλες. Όμως πλη­ρωνόμουν επιτέλους περισσότερο και μάζευα την προκα­ταβολή για την μονοκατοικία.

Είχα φτάσει πλέον 32 και είχα αρχίσει να έχω κάποια επιτυχία στις γυναίκες του επιπέδου που ονειρευόμουν. Σύντομα διαπίστωσα ότι μία τέτοια γυναίκα έπρεπε να την παντρευτώ, η τότε αγαπημένη μου το έκανε απολύτως σα­φές. Κατάλαβα ότι αν δεν το έκανε εκείνη θα το έκαναν όλες οι άλλες. Αυτός ο κύκλος των εκλεκτών ήταν μικρός, και συνήθως οι συντροφιές που προέκυπταν ήταν από την ίδια παρέα. Αλίμονο αν πήγαινες στην παρέα αυτή με γυ­ναίκα από κατώτερη πάστα, που δεν θα με ενδιέφερε και τόσο αν δεν ήμουν τόσο τίμιος μαζί της. Θα έβλεπαν και εμένα όπως και αυτήν. Όπως ίσχυε και στη δουλειά μου, άλλο οι αναλώσιμοι, και άλλο τα στελέχη.

Έτσι δεν το σκέφτηκα πολύ. Θα παντρευόμουν την τότε αγαπημένη μου. Το πρόβλημα δεν ήταν τόσο συναισθη­ματικό όσο οικονομικό.  Ο γάμος μας, τόσο για κείνη όσο και για μένα, δεν θα έπρεπε να είναι οποιοσδήποτε γάμος. Αυτό ευτυχώς απετέλεσε μία πρόκληση τόσο για τους γο­νείς μου όσο και για τα πεθερικά μου, να δείξουν τη δική τους αξία.  Ποιος θα έδινε, ή καλύτερα ποιος μπορούσε να δώσει, τα περισσότερα στο ζευγάρι. Έτσι, τα δώρα η εκ­κλησία και η δεξίωση, και φυσικά ο μήνας του μέλιτος, δεν με απασχόλησαν, αλλιώς θα έπρεπε να δουλέψω του­λάχιστον άλλα δύο χρόνια για να τα εκταμιεύσω.

Παρά όμως που ξεπέρασα το πρόβλημα του γάμου, τα χρήματα πάλι δεν έφταναν. Κάθισα και υπολόγισα ότι ο γάμος δεν σήμαινε τίποτα. Η πρώτης κατηγορίας γυναίκα μου, θα ήθελε παιδιά και μάλιστα όχι οποιαδήποτε παι­διά. Αν δεν έδειχνα να μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο θα με χώριζε και θα ρεζιλευόμουν δημόσια. Δεν θα έφτιαχνε οι­κογένεια μαζί μου για να μοιράζουν χαρτομάντιλα τα παι­διά μας στα φανάρια.

Τα λεφτά έφταναν βέβαια για να μην πέσουν, τα αγέν­νητα ακόμη παιδιά, στην επαιτεία όμως μόλις είδα μπρο­στά μου τα έξοδα τοκετού, περίθαλψης, γέννας, κύησης, γιατροί σε πρώτης τάξεως ιδιωτικό νοσοκομείο, παιδικά παιχνίδια, πάνες, και όλα τα υπόλοιπα, κατάλαβα ότι δύ­σκολα θα τα έφερνα βόλτα. Πρόσθεσα τα απαραίτητα παι­δικά έπιπλά, από πρώτης κατηγορίας μαγαζί και ανακά­λυψα ότι χρειαζόμουν σχεδόν άλλο ένα σπίτι.

Τέλος πάντων αποφάσισα ότι έτσι είναι η ζωή, αλλιώς μπορούσα πάντα να περιοριστώ στη μετριότητα. Όμως εγώ ήμουν φτιαγμένος για μεγαλεία και μοναδικές κατακτή­σεις. Έτσι έπρεπε οπωσδήποτε να γίνω συνεταίρος. Άρχισα σιγά σιγά να ρουφιανεύω, και αφού έθαψα πολύ κόσμο, κατέκτησα την εμπιστοσύνη του αφεντικού μου και ήρθε η πολυπόθητη μέρα. Έγινα συνεταίρος! Τώρα μάλιστα, ήμουν πλέον έτοιμος να προχωρήσω. Έτσι, η  γυναίκα των ονείρων μου έγινε μητέρα.

Δεν πέρασε ένας χρόνος και ήρθε το δεύτερο παιδί. Έπρεπε οπωσδήποτε να έχω δύο παιδιά, ήμουν πλέον ένα αξιόλογο μέλος της κοινωνίας. Προχωρώντας θα γινόμουν σπουδαίος. Έπρεπε να φροντίσω για απογόνους. Κι αν το ένα παιδί πάθαινε κάτι, όσο ελάχιστες κι αν ήταν οι πιθα­νότητες αυτές, έπρεπε να έχω ένα ακόμη.

Το σπίτι μεγάλωνε λοιπόν τα έξοδα πολλαπλασιάζονταν και παρά την πρόοδό στις δουλειές μου, βρέθηκα πάλι να αναρωτιέμαι πώς θα τα έβγαζα πέρα. Εκεί ήταν που το αφεντικό μου εμπιστεύτηκε διάφορες απάτες που έκανε. Δέχτηκα πρόθυμα να συμμετέχω και μαζί με τα παρα­πάνω λεφτά, ήρθε και η απεριόριστη εκτίμησή του, που εξασφάλιζε και την πολυπόθητη ασφάλεια του στάτους που με τόσο κόπο είχα κατακτήσει. Το αφεντικό με είχε πια σαν ψυχοπαίδι του.

Η άνεση δεν κράτησε πολύ. Κάποια στιγμή τα παιδιά πήγαν σχολείο. Έπρεπε βέβαια να είναι σχολεία πολυτε­λείας δεν μπορούσαν να είναι τυχαία. Μόνο οι τυχαίοι πηγαίνουν σε τυχαία σχολεία, πόσο μάλλον σε δημόσια. Μόνο και να το πρότεινα αυτό στη γυναίκα μου θα με χώ­ριζε. Καλύτερος ο θάνατος λοιπόν από την ατίμωση και δεν της το πρότεινα καν. Θα προσπαθούσα περισσότερο.

Ευτυχώς, όπως έδειξαν τα πράγματα, το αφεντικό μου είχε αυξημένες δικές του ανάγκες, και έτσι η πρότασή μου να αναπτυχθούμε καθετοποιόντας υπηρεσίες και ανοίγο­ντας τις ανάλογες εταιρίες τον βρήκε σύμφωνο. Εξ άλλου, αν δεν αναπτυσσόμασταν θα θαβόμασταν, θα χάναμε κι αυτά που είχαμε. Έτσι αναγκαστικά, έπρεπε να μεγαλώ­σουμε.

Αυξάνοντας τις δουλειές μας οι πωλήσεις μας ξέφυγαν από την συνηθισμένη πορεία, κόστος, τιμή, πώληση, κέρ­δος. Εξαρτιόμασταν ολοένα και λιγότερο από τους πωλη­τές μας. Παίρναμε πλέον μεγάλες δουλειές που  εξαρτιό­νταν από ανθρώπους-κλειδιά. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί πωλητές μας. Αν πληρώναμε αυτούς η δουλειά έκλεινε.

Φαινόταν απλό όμως δεν ήταν τόσο. Ενώ βγάζαμε πάρα πολλά χρήματα, ήμασταν αναγκασμένοι να δείχνουμε συ­νέχεια μία ανοδική πορεία και κατά συνέπεια να επενδύ­ουμε διαρκώς τα κέρδη μας μία και ήμασταν πια δημόσια πρόσωπα. Αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο πάντα. Οι δουλειές μας μεγάλωσαν και οι άνθρωποι κλειδιά δεν αρκούντο πλέον στις μίζες. Έπρεπε και η προσφορά μας να στέκει, γιατί οι άνθρωποι που έκλειναν αυτές τις δουλειές  τώρα ήταν σε υψηλές θέσεις και δεν ήθελαν να εκτεθούν.

Με δυστυχία διαπιστώσαμε ότι εκτός του ότι έπρεπε φυσικά να λαδώσουμε, έπρεπε, τις περισσότερες φορές, να δώσουμε και την καλύτερη τιμή, πράγμα που σήμαινε λι­γότερα κέρδη και το σημαντικό στο τέλος, λιγότερα χρή­ματα για μένα. Αν οι πωλητές μας έκλειναν τέτοιες συμ­φωνίες βέβαια θα τους είχαμε απολύσει όμως αυτούς εδώ δεν ήταν δυνατόν να τους απολύσει κανείς μιας και δεν δούλευαν για μάς.

Ευτυχώς τους πληρώναμε καλά, έτσι, μεσολάβησαν για να πάρουμε δάνεια που θα μας επέτρεπαν να παράγουμε φθηνότερα. Επίσης μπορούσαν να μας διευκολύνουν πά­ντα για να γίνεται δεκτή η χειρότερη ποιότητα από όσα πουλούσαμε, ώστε κι αυτό πάλι να μας κοστίζει φθηνό­τερα. Και όντως έτσι έγινε. Αρχίσαμε να παράγουμε φθη­νότερα και για λίγο η κατάσταση φάνηκε να εξομαλύνεται, βγάζαμε πλέον λεφτά με το τσουβάλι.

Όμως πάλι δεν ήταν αρκετά. Όσο προχωρούσαμε προ­χωρούσαν και οι ανταγωνιστές μας. Έτσι προέκυψαν κι άλλα έξοδα, αυτή τη φορά αστρονομικά. Δεν ήταν δυνατόν πλέον να προσκαλούμε κόσμο σε ταπεινά σπίτια και εξο­χικά που υπολείπονταν των ανταγωνιστών μας. Ο κόσμος μας δεν αποτελείτο από φίλους, αλλά από δυνάμει πελά­τες, αφού ανήκαμε πλέον σε μία πολύ μικρή ελίτ ανθρώ­πων που έλεγχε όλες τις δουλειές του τόπου. Μόλις οι πω­λητές μας διαπίστωναν ότι οι ανταγωνιστές μας είχαν πε­ρισσότερα από μάς, θα στρέφονταν φυσικά σε κείνους, υποθέτοντας ότι εκεί θα πληρώνονταν καλύτερα.

Έτσι αρχίσαμε να κτίζουμε ένα παλάτι για σπίτι και στην συνέχεια άλλο ένα για εξοχικό, τα οποία κόστισαν μία περιουσία. Οι εργολάβοι που μας τα έκτισαν φυσικά μας έκλεψαν, αν δεν έκλεβαν εμάς ποιους θα έκλεβαν; Δυστυχώς τα πολλά παζάρια δεν είναι επιτρεπτά στον κύ­κλο μας μια και αυτό θα εκλαμβανόταν σαν αδυναμία και θα διέρρεε αφήνοντας πάλι την ίδια εντύπωση. Ότι δεν «είχαμε». Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι με τον ίδιο τρόπο έκλεβαν και τους ανταγωνιστές μας που φυσικά ήταν αναγκασμένοι να κτίσουνε μερικά παλάτια επίσης. Έτσι αιμορραγούσαμε όλοι το ίδιο. Αυτό είχε σημασία.

Παλάτια, σχολεία πολυτελείας, εξοχικά, και σε λίγο μία θαλαμηγός. Ήταν όλα ζήτημα επιβίωσης. Στα δικά μας μεγέθη όποιος μεγάλωνε πλέον θα το έκανε εις βάρος του άλλου. Σαν δύο τεράστιοι ελέφαντες που πίναμε από την ίδια γούρνα.

Εκεί ήταν που το αφεντικό μου τα τίναξε και εγκατέ­λειψε τον μάταιο ετούτο κόσμο. Το μερίδιο του πέρασε όλο σε μένα μιας και δεν είχε οικογένεια. Αναρωτιόμουν τι τα ήθελε όλα αυτά τα λεφτά αυτός ο άνθρωπος χωρίς γυ­ναίκα και παιδιά, όμως όταν τα τίναξε το ανακάλυψα κι αυτό. Διαπίστωσα ότι το αφεντικό μου όσο καιρό εγώ ασχολιόμουν με τα δάνεια, την παραγωγή, τις δεξιώσεις, και τις επενδύσεις σε γη και άλλες εκείνος κρατούσε με γενναιότητα το έτερον ήμισυ της ισχύος της επιχείρησης, επηρεάζοντας άλλους κύκλους. Κατ’ αρχήν στην πολιτική διατηρούσε ένα γοητευτικό image το οποίο, μαζί με τα χρήματα που δίνεις φάνηκε να είναι το κυριότερο χαρτί. Συντηρούσε έτσι δύο νόμιμες ερωμένες, όπως και μια στρατιά από παράνομες, μία συνήθεια που τελικά τον είχε στείλει στον τάφο ευτυχισμένο. Όχι από τα έξοδα, φυσικά, αυτά μπορούσε να τα αντέξει.

Πέραν αυτών στα μεγέθη τα δικά μας ετίθετο κάποια στιγμή, τι θέλαμε να τα κάνουμε όλα αυτά τα λεφτά. Ήταν κάτι που αγνοούσα έως τότε. Πολλές φορές η εύνοια του ενός και του άλλου εξαρτιόταν από τις υποτιθέμενες υπαρ­ξιακές μας επιδιώξεις. Εμείς φυσικά δεν είχαμε τέτοιες, απλά να επιβιώσουμε θέλαμε και να πάρουμε τις δου­λειές. Όμως ποιος το πίστευε; Βγάζαμε πολλά λεφτά και έτσι το τι θέλαμε να τα κάνουμε ήταν σημαντικό για όσους μας έδιναν τη δυνατότητα να τα έχουμε. Έτσι το αφεντικό μου αγόραζε συχνά πίνακες που κόστιζαν αρκετά εκατομ­μύρια, πανάκριβα αντικείμενα αμφιβόλου τέχνης και χρησιμότητας που όμως φρόντιζε πάντα να μαθαίνεται πόσο κόστισε η αγορά τους. Ώστε να φέρεται σαν ένας δη­λωμένος φίλος της τέχνης και του ωραίου. Τέλος μέσα σε όλες τις απάτες , τις μικρές και μεγάλες κομπίνες που κά­ναμε και παρατυπίες, συχνά χρειαζόμασταν την βοήθεια ύποπτων ανθρώπων, είτε αυτοί ήταν δικηγόροι και λογι­στές, είτε καθαρά άνθρωποι από την άλλη άκρη. Αυτούς μέχρι εκείνη τη στιγμή τους χειριζόταν ο ηρωικός μου συ­νεταίρος που μας είχε πλέον αφήσει. Και  κόστιζαν τα πε­ρισσότερα.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα χρήματα έρχονταν μεν όμως έφευγαν κιόλας σε διάφορα πράγματα που έπρεπε να ρυθμιστούν ή να γίνουν ανεξάρτητα αν εγώ το επιθυ­μούσα ή όχι. Για να παίξεις το παιχνίδι σωστά πρέπει να πληρώσεις. Τους κατάλληλους ανθρώπους, τις κατάλληλες ενέργειες και προ παντός τις κατάλληλες εντυπώσεις. Μόνο έτσι το παιχνίδι σε αντάμειβε τελικά. Σιγά σιγά απέ­κτησα διαμερίσματα ή σπίτια σε πολλές πόλεις του κό­σμου, τα οποία όμως πάλι δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά απαραίτητα για την επόμενη δουλειά πάντα. Όπως και οι ανταγωνιστές μου έτσι και εγώ δεν ήταν δυνατόν να μένω στα ξενοδοχεία όταν πήγαινα εκεί για τις δουλειές μου.

 

Εδώ και κάποιο καιρό έχω βρει μία ισορροπία στα έξοδα που κάνω αναγκαστικά, και περισσεύουν επιτέλους και κάποια χρήματα για μένα. Δεν ξέρω αν το πανάκριβο σπορ αμάξι που αγόρασα τελευταία, εντυπωσίασε περισσό­τερο τους φίλους μου ή εμένα, όμως τέτοια πράγματα εδώ και λίγο καιρό μπορώ επιτέλους να τα αγοράζω. Παιχνίδια για επιτυχημένους. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τώρα είμαι πλέον ένας πλούσιος  άνθρωπος.

Πάλι όμως μόλις και μετά βίας θα φτάσουν τα χρή­ματα. Γιατί μεγάλωσα πια και σε λίγο, θα έρθουν οι αρρώ­στιες και τα γηρατειά. Προφανώς πρέπει να είμαι πολύ συντηρητικός με τα παιχνιδάκια και να αρχίσω από τώρα να ετοιμάζομαι για όταν χρειαστεί. Για να αγοράσω τότε τους καλύτερους γιατρούς, τις καλύτερες κλινικές, ίσως χρειαστούν μάλιστα και καινούργια όργανα. Αν δεν τα βρω νόμιμα θα πρέπει φυσικά να πληρώσω για να μου τα εξα­σφαλίσουν παράνομα. Πόσα χρήματα θα χρειαστούν γι’ αυτά όλα, άγνωστο. Γιατί ύστερα πιθανότατα θα έχω και τους εκβιασμούς από τα καθάρματα που μου βρήκαν τα όργανα.

Όμως αυτό δεν είναι το πλέον φοβερό. Μετά από όλη αυτή τη κακοτράχαλη διαδρομή έρχεται και το άλλο. Ο πλανήτης που πάει κατά διαόλου, που σε λίγο θα λειώ­σουν οι πάγοι, θα ανέβει η στάθμη της θάλασσας να μας πνίξει τα ψάρια θα είναι γεμάτα βαρέα μέταλλα ο ήλιος θα σκοτώνει γιατί δεν θα υπάρχει όζον. Πέρα από την πιθανό­τητα φυσικά κάποιες από τις κολοσσιαίες εταιρίες που ανταγωνίζονται για την παγκόσμια πλέον αγορά, να μαλώ­σουν χοντρά, και να καταστραφούν όλα πριν γίνουν καν τα προηγούμενα.

Ένας πόλεμος είτε στα χρηματιστήρια είτε κανονικός θα είχε πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Χάος φτώχεια και κα­ταστροφή. Το ίδιο μετά από μία γενικευμένη κλιματική ή οικολογική καταστροφή. Εκεί ελάχιστοι θα γλίτωναν ποιος ξέρει πηγαίνοντας σε κάπόιον άλλοι πλανήτη ή σε κάπόιες ειδικές εγκαταστάσεις. Για μια θέση ανάμεσά τους φυσικά θα πρέπει να διαθέτω αρκετά χρήματα, αυτή τη φορά μά­λιστα ανυπολόγιστο πόσα πολλά. Για παν ενδεχόμενο πά­ντως καλά θα έκανα να μαζέψω όσα μπορώ περισσότερα, με κάθε τρόπο.

Γιατί η δική μου  ξεχωριστή ζωή, δεν μπορεί να είναι ίδια με των υπολοίπων. Αναρωτιέμαι λοιπόν πόσα θα πρέ­πει έχω για να είμαι σίγουρος ότι θα ζήσω περισσότερο. Μπορεί να φαίνεται τερατώδες σαν ερώτημα, όμως δεν βρίσκω καμία διαφορά από την ίδια ερώτηση, 40 χρόνια πριν, πόσα δηλαδή θα έπρεπε να κάνω, για να επιτύχω περισσότερο από τους επίσης πτυχιούχους συνομηλίκους μου. Η διαφορά που με ξεχώρισε πάντα ήταν οι επιλογές.

Βέβαια θα μπορούσα να αποδεχτώ τον θάνατό μου έτσι απλά και να μην κάνω τίποτα όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι. Αυτό μάλλον θα μου έδινε την δυνατότητα, να απολαύσω όλα όσα έχω βγάλει μέχρι σήμερα και τότε, έως το μοι­ραίο, σίγουρα θα ένοιωθα πολύ πλούσιος. Θα μπορούσα μάλιστα τώρα, πριν καν γεράσω να τραβήξω από τους λο­γαριασμούς της επιχείρησης μερικά εκατομμύρια, και να πάω για μόνιμο ψάρεμα μέχρι να πεθάνω. Ίσως ζούσα και περισσότερο έτσι όχι μόνο πλουσιοπάροχα υλικά, αλλά και ψυχικά.

Όμως για την επιτυχία δεν πληρώνεις μόνο τα πανά­κριβα ρούχα, σπίτια, σχολεία, αυτοκίνητα, σκάφη, μπρά­βους, δικηγόρους και πολιτικούς. Πληρώνεις και με την συνενοχή. Γιατί κανείς ποτέ δεν βγαίνει από το παιχνίδι. Όπως εκβιάζω ή καταπιέζω εγώ όσους χρειάζομαι ή εκμε­ταλλεύομαι, έτσι και αυτοί που εκβιάζουν ή χρησιμο­ποιούν εμένα δεν θα ήθελαν καθόλου να πάω για ψάρεμα. Όχι τώρα, ποτέ.  Η μόνη παρηγοριά είναι ότι, μέσα από το σύστημα που έτσι και αλλιώς πληρώνω, όπως το υπηρετώ πιστά και για πάντα, ίσως βρω τα όργανα και όλα τα χρή­ματα που θα χρειαστούν, για να ζήσω λιγάκι περισσότερο από τους κοινούς θνητούς.

Ο κόσμος λέει πως είμαι ένας ανικανοποίητος, άπλη­στος και ματαιόδοξος άνθρωπος βλέποντας όλα αυτά που διαρκώς συγκεντρώνω, με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Όμως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι απλά χρειάζο­μαι όλα αυτά τα χρήματα. Για να επιβιώσω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s