Το δίλημμα του πολιτισμού

Βύθισε τα δόντια του στην σάρκα του ζώου. Το αίμα κύλησε από το πλάι των χειλιών του άγριου πάνω στα πλούσια γένια του. Άχνιζε αναβλύζοντας από το φρεσκο­σκοτωμένο ελάφι.  Ο πρωτόγονος, καθώς έκοβε κομμάτια σάρκας έτρωγε και χώμα ανάμεικτο με το αίμα του θηρά­ματος όπως αυτό κυλιόταν στη γη. Ήταν ξυπόλητος και γυμνός με μία αραιή γούνα να φυτρώνει τόπους τόπους σκεπάζοντας τη γύμνια του. Το θέαμα που παρουσίαζε ήταν αξιοθρήνητο, ένας τριχωτός γυμνοσάλιαγκας κα­μπουριασμένος και νευρικός με μάτια που πρόδιδαν έντονο φόβο και έξαψη. Κοίταξε πέρα προς το σκοτεινό δάσος και επιτάχυνε τις κινήσεις του τρώγοντας όσο μπο­ρούσε πιο γρήγορα. Σε λίγο θα έρχονταν οι άλλοι. Ακόμη χειρότερα η μυρωδιά μπορεί να οδηγούσε εκεί κάποιο αι­λουροειδές ή άλλο σαρκοβόρο, που θα κατασπάραζε και τον ίδιο μαζί με το θήραμά του. Αφουγκράστηκε προσε­κτικά. Έρχονταν, ναι. Άρχισε να τραβάει με λύσσα το πίσω πόδι από το ελάφι. Μάταια. Έκοψε μερικές μεγάλες μπουκιές, πετάχτηκε βιαστικά απάνω και ετοιμάστηκε να υπερασπιστεί τη λεία του. Η να τραπεί σε φυγή.

Βύθισε τα δόντια του στη σάρκα του ζώου. Τους τραπε­ζίτες του για την  ακρίβεια, προς τους οποίους είχε περά­σει τη μπουκιά με το ασημένιο πιρούνι, προσεκτικά, κλεί­νοντας την αμέσως στο στόμα του. Το έκανε χωρίς προ­σπάθεια αφού προηγουμένως είχε κόψει το φιλέτο σε ένα περιποιημένο μικρό κομμάτι, πάνω στο πορσελάνινο πιάτο. Τα χέρια του, μαυρισμένα από τον ήλιο, κατέληγαν σε δάκτυλά με πεντακάθαρα περιποιημένα και καλοκο­μένα νύχια. Φορούσε ένα πουκάμισο από λεπτό και απαλό ανοιχτόχρωμο ύφασμα. Το παντελόνι του μπεζ με πιέτες, και στο τέλος παπούτσια ρηχά, άνετα και  σχεδόν και­νούργια συμπλήρωναν το ντύσιμό του. Αγνάντευε πέρα από τη βεράντα της έπαυλης του, όπου δειπνούσε αυτή τη στιγμή, το δάσος που απλωνόταν μπροστά του ήσυχο και φιλικό. Το φιλέτο είχε υπέροχη γεύση. Έβαλε λίγο ακριβό κόκκινο κρασί και τσίμπησε ένα κομμάτι αβοκάντο από την πλούσια πράσινη σαλάτα. Στο σαλόνι η μνηστή του είχε δειπνήσει νωρίτερα. Η κλασσική  μουσική που έφτανε απαλά μέχρι τη βεράντα έδενε υπέροχα με τους ήχους του δάσους. Πίσω του η υπηρέτρια περίμενε πρόθυμη και ενί­οτε θερμή μαζί του. Πληρωνόταν αρκετά καλά για να το κάνει. Η ζωή ήταν υπέροχη.

Σε λίγες μέρες θα γίνω πατέρας. Η γυναίκα μου έκανε υπερηχογράφημα και ξέρουμε ότι θα είναι αγόρι. Αναμέ­νοντας τον απόγονό μου σκέφτομαι όλο περίεργα πρά­ματα. Βλέπω τον εαυτό μου για πρώτη φορά σαν έναν κρίκο στην ανθρώπινη ιστορία, αφού είναι προφανές ότι ο απόγονός μου αποτελεί τον επόμενο από εμένα. Όταν εγώ θα είμαι στον τάφο αυτός, αισίως, θα περπατάει ακόμη πάνω σ’ αυτό το πλανήτη, διαιωνίζοντας κάποια από αυτά που έκανα ή είπα. Προσθέτοντας φυσικά τα δικά του.

Πηγαίνω πίσω εκατομμύρια κρίκους και βλέπω τον προϊστορικό άνθρωπο να βυθίζει τα δόντια του στο αχνιστό κρέας. Τι έκανε εκείνος ύστερα ώστε σήμερα κάποιοι να τα βυθίζουν πάλι αλλά με τόσο απολαυστικό και ηδονικό τρόπο; Και συνειδητοποιώ τον πολιτισμό.

Ομολογώ ότι είναι κάπως ζωώδη τα ανώτερα συμπερά­σματα της εξέλιξης του είδους μου, το να τα βγάζει δηλαδή κανείς από αυτό το γεγονός, όμως πραγματικά εκεί επικε­ντρώνω τη διαφορά. Γιατί εγώ είμαι ένας απλός άνθρωπος και έτσι ξεκινάω απλά τους συλλογισμούς μου, πάντα με επίκεντρο τον αγαπημένο μου κανακάρη που όπου να ‘ναι έρχεται. Για να γίνει, μέσα από όλα όσα θα κάνω, και στη συνέχει θα κάνει εκείνος, ένας ακόμη κρίκος σ’ αυτή τη θαυμάσια εξέλιξη. Πώς θα μπορούσε να είναι θαυμάσια και για τον γιο μου;

Ξεθάβω το βιβλίο των αναμνήσεων. Εμπειρίες, διδάγ­ματα από τους προηγούμενους δάσκαλους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες μου ξανάρχονται ένα ένα. Θυμάμαι όλα όσα διάβασα ποτέ, και όλα όσα έμαθα σχετικά με αυτό που πρόκειται οσονούπω να ασχοληθώ. Την διαιώνιση του είδους μου που εκ των πραγμάτων θα αποτελέσει, την διαιώνιση του πολιτισμού.

Ξάφνου διαπιστώνω ότι είναι η πρώτη φορά που θα ασχοληθώ με τον πολιτισμό. Μέχρι τότε δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ένα κρίκο στο νήμα του κόσμου. Μάλλον το κέντρο του κόσμου με έβλεπα. Μετά από εμένα όλα τα άλλα τσιμέντο να γίνουν, το ίδιο δηλαδή που σκέφτονταν κι οι άλλοι για μένα. Βέβαια φρόντιζα να είμαι πολιτισμέ­νος όσο και οι συμπολίτες μου, απλά πράγματα που τα είχα μάθει από παιδί. Παραδείγματος χάριν, δεν ουρούσα στο δρόμο, δεν σκότωνα άλλους για να τραφώ ή για να τους αρπάξω την τροφή, δεν έκανα φασαρία την ώρα κοι­νής ησυχίας. Δεν έκανα όσα, αν τα έκαναν όλοι, θα ήμα­σταν ένα χάος. Συμμορφωνόμενος λοιπόν κι εγώ στις γενι­κές νόρμες απολάμβανα μία, ας το πούμε έτσι, πολιτι­σμένη ζωή σε μία πολιτισμένη πόλη… κι όχι στη φυλακή.

Όμως έπαυλη δεν έχω διαπιστώνω τώρα. Τρέχω από το πρωί μέχρι το βράδυ, δουλεύω δύο δουλειές και συνήθως βυθίζω τα δόντια μου στο χάμπουργκερ του πρώτου φάστ φούντ. Το δάσος με τα αηδόνια σπανίως τα αφουγκράζο­μαι, αν έχω την τύχη να έχω μαζέψει αρκετά χρήματα για μία εκδρομή, τώρα που αγόρασα το διαμέρισμα. Το βρα­δινό μου δείπνο  συνήθως το συνοδεύει η εκκωφαντική ράπ που αναδύεται σαν τέρας από το φωταγωγό, αφού έχει βγει πρώτα από τις σκοτεινές σπηλιές των υπογείων διαμε­ρισμάτων.

Εγώ και η γυναίκα μου ευτυχώς μένουμε στον τρίτο. Έχουμε προκόψει αρκετά, όταν ξεκινήσαμε μέναμε κι εμείς στις υπόγειες σπηλιές, εμείς ακούγαμε ροκ βέβαια όμως το ίδιο εκκωφαντικά. Εκείνη ήταν μία απλή υπάλ­ληλος από πατέρα υπάλληλο, κι εγώ επίσης υπάλληλος από πατέρα υπάλληλο. Τώρα εκπολιτιστήκαμε λιγάκι.

Προκόψαμε ναι, αναλογίζομαι τώρα, περιμένοντας τη γυναίκα μου να βγει από το ιατρείο του μαιευτήρα. Όμως δεν είμαστε τελικά και τόσο πολιτισμένοι. Ρίχνω μία ματιά γύρω μου στο διάδρομο του δημόσιου νοσοκομείου όπου βρισκόμαστε τώρα. Ράντζα, ετοιμοθάνατοι αβοήθητοι βο­γκούν, κάποια γριά μουρμουράει λόγια ακατάληπτα, φαί­νεται πεθαίνει. Another one bites the dust. Κάποιος πα­ρακάτω κτυπημένος στο κεφάλι ξερνάει στο πάτωμα. Τι να γίνει, ζωή σε λόγου μας που λένε.

Πάλι καλά, εμείς έχουμε έρθει εδώ μόνο για μία τυ­πική μαιευτική εξέταση. Όμως και στο σπίτι μας δεν εί­μαστε και τόσο πολιτισμένοι. Μένουμε στο κέντρο όπως και άλλα 2 εκ. Αθηναίοι. Αναπνέουμε με δυσκολία και κυκλοφορούμε με ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία. Αναρω­τιέμαι πολλές φορές, μία γάτα στην εξοχή σπαταλάει πε­ρισσότερη ή λιγότερη ώρα για να πιάσει ένα ποντίκι, απ’ όση ξοδεύουμε εγώ και η γυναίκα μου για να πάμε στις δουλειές μας κάθε πρωί; Φυσικά καταφέραμε να πάρουμε έπιπλα και αυτοκίνητο, έστω ένα μεταχειρισμένο. Και ένα σπίτι με 1000 δόσεις.

Από φαγητό πάντως, δεν μας λείπει τίποτα, όμως πνευ­ματικά υποφέρουμε. Βλέπουμε τηλεόραση ίσαμε 4-5 ώρες ημερησίως. Κι αν δεν την βλέπουμε, την έχουμε ανοιχτή να παίζει, είναι προτιμότερο από να γκρινιάζουμε ο ένας στον άλλον. Όποτε ανοίγουμε το παράθυρο για να αλλά­ξουμε παραστάσεις θέλουμε να το ξανακλείσουμε. Απένα­ντι είναι άλλοι που έχουν τα παντζούρια κλειστά, που δεν θέλουν να μας ξέρουν, και που, όποτε κατά τύχη μας βλέπουν ή τους βλέπουμε, κάνουμε όλοι λες και παρατη­ρούμε ποντίκια στη φωλιά τους.

Αποφασίζω ότι ο κανακάρης μου θα ήταν εξαιρετικά απλό να μάθει πώς να μην κάνει φασαρία, να μη σκοτώνει κόσμο και να μην ουρεί δημοσίως. Όμως με πίκρα παρα­τηρώ πως δεν αρκούν αυτά τα τυπικά για να είναι κανείς πολιτισμένος. Σκέφτομαι την έπαυλη και αναρωτιέμαι: Τι θα έφερνε τον γιόκα μου εκεί; Γιατί τότε ναι, ο δικός μου επόμενος κρίκος, θα είχε κάνει ένα βήμα εξέλιξης. Θα ήταν ένας πολιτισμένος άνθρωπος.

Ανοίγω πάλι το βιβλίο των αναμνήσεων και των πρέπει. Καλοί τρόποι, σχολείο, πανεπιστήμιο, masters, doctora. Η γνωστή διαδρομή. Όμως τι αξίζουν αυτά χωρίς διασυν­δέσεις γνωριμίες, κοινωνικό κύκλο; Μία θέση σε δημόσιο πανεπιστήμιο με 1000 Ευρώ το μήνα μέχρι να πεθάνει ο προϊστάμενος καθηγητής. Κι αυτοί έτσι καλά που ζουν αργούν πολύ να πεθάνουν. Οπότε μάλλον σε τροχόσπιτο θα μείνει ο γιος μου παρά σε έπαυλη κι ας είναι και doctor.

Γνωριμίες λοιπόν. Αυτό αμέσως αμέσως αποκλείει τα δημόσια σχολεία, αλίμονο. Όλη η παραπάνω «διαδρομή προς τη δόξα» γίνεται ιδιωτική πρωτοβουλία, δηλαδή ο δι­κός μου Γολγοθάς. Βλέπω μπροστά μου στερήσεις, δυ­στυχία, ούτε μία στιγμή ανάπαυλας και διασκέδασης για μένα και την γυναίκα μου που τόσο αγαπώ. Αλλιώς πώς θα τα πληρώσουμε όλα αυτά;

Όμως δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς εμείς είμαστε χαμέ­νοι, δεν θα εκπολιτιστούμε ποτέ. Το παιδί τουλάχιστον θα έχει πιθανότητες έτσι; Τον βλέπω απόφοιτο του Χάρβαρντ ύστερα από 2 εμφράγματα δικά μου και μία νευρική κα­τάρρευση της μανούλας του. Τι καμάρι! Έρχονται και τον αρπάζουν από μία πολυεθνική και του τάζουν τον ουρανό με τ’ άστρα. Ύστερα του λένε που θα μείνει, ποια θα πα­ντρευτεί, που θα συχνάζει, πώς θα κοιτάει, πώς θα μιλάει, σε ποιους θα μιλάει. Του τάζουν και μία έπαυλη. Ο γιος μου τα κάνει όλα. Η γυναίκα του τον αγαπάει για όσα της προσφέρει. Το σύστημα δεν φαίνεται να έχει ψεγάδι. Φυ­σικά για να συνεχίσει να την έχει, θα πρέπει να συνεχίσει να της προσφέρει, αλλά αυτό δεν χρειάζεται να του το πει κανείς, γι’ αυτό του την διάλεξαν. Για να έχει κίνητρο ώστε να συνεχίσει να βγάζει. Έτσι συνεχίζει να δουλεύει όπως του λένε, να κοιτάει όπως του λένε και να μιλάει σε όποιους του λένε.

Αναλύω τις πιθανότητες. Η έπαυλη προκύπτει, γυναίκα προκύπτει, ισχυρές γνωριμίες προκύπτουν, όλα καλά. Όμως τότε βλέπω πώς ο κανακάρης μας θα είναι απλά ο σκλάβος στην έπαυλη. Η γυναίκα δεν θα είναι δική του, η έπαυλη δεν θα είναι δική του, οι αποφάσεις δεν θα είναι δικές του, ούτε καν ο χρόνος του δεν θα είναι δικός του. Με φρίκη διαπιστώνω πώς μία γάτα στο Πεδίο του Άρεως στο εντελώς απολίτιστο κέντρο της πόλης, θα έχει περισσό­τερη άποψη για τον χρόνο της από τον αγαπημένο μου κανακάρη. Τόσο πολιτισμένος θα είναι ο… εξελιγμένος κρίκος μου!

Όχι, δεν πάει έτσι. Αρχίζω να σκέφτομαι εναλλακτικά. Παίρνει λοιπόν το δίπλωμα και κάνει μία φοβερή εφεύ­ρεση γιατί, ε, όσο να’ ναι δικό μου παιδί δεν μπορεί παρά να βγει σαΐνι. Η εφεύρεση του όμως καταργεί την καύση βενζίνης. Ύστερα από δύο μήνες τον βρίσκουν σε ένα χα­ντάκι πολτοποιημένο. Μπορεί και να μην είναι αυτός το πτώμα, ποιος ξέρει σε τέτοιο χάλι, ο γιόκας μου πάντως εξαφανίζεται από προσώπου γης και ακολουθεί το τρίτο και οριστικό έμφραγμά μου.

Ο Αϊνστάιν είχε πει ότι ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος θα διεξαχθεί με ξύλα και πέτρες. Εκείνος ήξερε πόσο πολύ μπορούσε να σε ανταμείψει η επιστήμη, με την ιδιό­τυπη χρήση της από την σημερινή κοινωνική κουλτούρα.  Καταλήγω πώς οι σπουδές σαν τρόπος δράσης με τον έναν ή τον άλλο τρόπο καταλήγουν μάλλον άδοξα. Η σκλάβος γίνεσαι ή πτώμα. Η επιστήμη είναι ένα προϊόν όπως όλα τα άλλα, κι αν αυτός που θα στο πληρώσει μπορεί πάντα να στο κλέψει, δεν αξίζει να το παράγεις.

Πέφτω στη βαθιά σκέψη. Αν όμως μπορούσε να αντι­σταθεί στο νταηλίκι; Αλλαγή πορείας. Βλέπω τον γιο μου να μαθαίνει καράτε από 3 χρονών. Για να τον προετοι­μάσω ψυχολογικά τον γαλουχώ από μικρό πως οι «αρχό­ντοι είναι εμπόροι του πολέμου» όπως λέει κι ο Κόκοτας στο τραγούδι «Γιε μου». Πώς αλλιώς θα είναι ετοιμοπόλε­μος στα 25; Κι ότι ο κόσμος είναι γεμάτος κακούς άχρη­στους και μοχθηρούς ανθρώπους που, αν δεν τους δείρει πρώτος, θα τον δείρουν εκείνοι.

Στα 12 δέρνει πια τους πάντες εκτός από μένα που με σέβεται. Εμένα με δέρνει τελικά στα 15 όπου πιάνει την πρώτη του δουλειά σε μπαρ και με βρίσκει αντίθετο. Δεν δείχνει να νοιάζεται και πολύ για την άποψή μου. Με λέει αποτυχημένο, σκλάβο, αφελή και τέλος πάντων να μην μιλάω γιατί δεν ξέρω. Δεν έχει κι άδικο.

Με βλέπω να τον παρατηρώ άφωνος να τραβάει μόνος του  τον εναλλακτικό δρόμο. Αυτόν που δεν διάλεξα εγώ. Φτιάχνει κάτι παρέες με παιδιά που είναι «μέσα στα πρά­ματα». Στα 20 είναι ήδη μπράβος σε μαγαζιά. Για να βγάζει και κανα χαρτζιλίκι έξτρα έχει και μια δυο γυναί­κες που εξυπηρετούν πλούσιους ηλικιωμένους υπό την προστασία του. Όταν η μητέρα του τον λέει ανήθικο της λέει πώς η αγάπη δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς. Εκείνη του λέει ότι αγαπάει εμένα, όμως ο γιόκας μου της αντιγυρίζει πως δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς αφού θάφτηκε μαζί μου. Η γυναίκα μου κλαίει κι εγώ δεν έχω τι να πω, αφού όπως και να’ χει νοιώθουμε κι οι δυο θαμμένοι σ’ αυτή τη τερατώδη πόλη.

Στο μεταξύ ο γιόκας μου έχει φροντίσει να μάθει από όπλα, γιατί όπως μου λέει πολλές φορές τα χέρια δεν αρ­κούν. Πράγματι σε κάποια φάση ένα αφεντικό της γειτο­νιάς τα βάζει με τις γυναίκες του κι εκείνος καθαρίζει δύο μπράβους του αφεντικού. Το αφεντικό έξυπνος του προ­τείνει να δουλέψει για κείνον, όμως ο γιος μου θέλει να είναι ελεύθερος. Τότε σκουραίνουν τα πράγματα και ανα­γκάζεται να φύγει από τη χώρα. Χρόνια ολόκληρα ύστερα μαθαίνουμε πώς είναι στην Αυστραλία και έχει γίνει μεγα­λοκτηματίας. Πάλι καλά. Πώς τα κατάφερε; Παντρεύτηκε μία πλούσια στην οποία προηγουμένως παρείχε προστα­σία σαν bodyguard. Την αγαπάει; Όχι αυτήν αλλά τα χρήματά της. Κι εκείνη, ρωτάει η γυναίκα μου; Εκείνη κι αν αγαπάει μόνο τα λεφτά της μαμά, της λέει ο γιος μου.

Η γυναίκα μου βγαίνει από το γραφείο του γιατρού.

–    Τι έγινε αγάπη μου, σταχτής μου φαίνεσαι, αισθάνε­σαι καλά;

–   Ναι, μια χαρά… τι λέει ο γιατρός;

–   Όλα καλά μην ανησυχείς. Φαίνεσαι ταραγμένος συ­νέβη τίποτα;

–   Όχι να σκεφτόμουν,  τι θα έλεγες να πάμε να ζήσουμε σε μία βραχονησίδα;

–   Καλά το είπα ότι δεν είσαι καλά. Πώς σου κατέβηκε αυτό τώρα;

–   Νά, αφού έτσι κι αλλιώς ζώα είμαστε και ζώα θα καταλή­ξουμε, τουλάχιστον ας το απλοποιήσουμε το πράμα.

–   Άρη μου…. τι σκεφτόσουνα όσην ώρα ήμουν μέσα γλυκέ μου; Τον τελευταίο καιρό περιμένοντας το παιδί έχεις πετάξει κυριολεκτικά.

–   Να, δεν καταλαβαίνω ποιος λόγος υπάρχει. δεν βγαίνει πουθενά με τα παιδιά. Η θα είμαστε δυστυχισμένοι για τα χάλια τους ή ευτυχισμένοι γι’ αυτούς και δυστυχισμένοι για τα δικά μας χάλια βλέποντάς τα.

Η γυναίκα μου με κοιτάζει με πολύ σοβαρό ύφος.

–   Αντρούλη μου, ξέρεις πόσες κατσαρίδες πεθαίνουν από όσες γεννάει μία κατσαρίδα μαμά;

–   Πόσες;

–   Πάνω από 500

–   Δεν είναι τόσες!

–   Πάντως είναι πολλές.

–   Και λοιπόν;

–   Λοιπόν εκείνες ελπίζουν στα κατσαριδάκια που επιβιώ­νουν.

–   Α!

–   Κατάλαβες τώρα;

–   Κατάλαβα…

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο σκεφτόμουν πόσο πιο πολιτισμένοι είμαστε από τις κατσαρίδες. Όμως θα μου περάσουν αυτά το ξέρω. Μόλις γεννηθεί το παιδί θα έχω τόσα πολλά να κάνω που ευτυχώς δεν θα έχω καιρό να σκέφτομαι.

evolution-reih

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s